Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010
Κρυπτογενής πνευμονίτιδα οργάνωσης (ΣΠΟΛΑ
1 Επιδημιολογία
2 Αιτιολογία
3 Διάγνωση
4 Επεξεργασία
5 Αναφορές
Επιδημιολογία
Η αναφερόμενη επίπτωση είναι 0.01%, αλλά η ΣΠΟΛΑ μπορεί να είναι πιό κοινή και. Αρχίζει συνήθως μεταξύ των ηλικιών 40 και 60 και έχει επιπτώσεις στους άνδρες και τις γυναίκες εξίσου. Σκοτώνει περίπου 7%, αν και αυτοί τείνουν να είναι οι ηλικιωμένοι ή εκείνοι στη φτωχή υγεία από άλλους όρους.
Αιτιολογία
COP/BOOP μπορεί να προκληθεί από τις μολύνσεις από τα βακτηρίδια, τους ιούς και τα παράσιτα, τα φάρμακα, ή τους τοξικούς καπνούς. Προσδιορίστηκε το 1985, αν και τα συμπτώματά του εήταν σημειωμένων πριν από αλλά δεν εήταν αναγνωρισμένων ως χωριστή ασθένεια πνευμόνων.
Διάγνωση
Σχεδόν 75% των ανθρώπων έχουν τα συμπτώματα για λιγότερο από δύο μήνες πρίν επιδιώκουν την ιατρική προσοχή. Μια γρίπη-όπως ασθένεια, με έναν βήχα, τον πυρετό, ένα συναίσθημα της ασθένειας (δυσφορία), την κούραση, και την απώλεια βάρους ανακοινώνει την αρχή σε περίπου 40% των ασθενών. Οι γιατροί δεν βρίσκουν οποιεσδήποτε συγκεκριμένες ανωμαλίες στις στερεότυπες εργαστηριακές δοκιμές ή σε μια φυσική εξέταση, εκτός από τη συχνή παρουσία ήχων τριξίματος (αποκαλούμενων rales) όταν ακούει ο γιατρός με ένα στηθοσκόπιο. Οι πνευμονικές δοκιμές λειτουργίας συνήθως δείχνουν ότι το ποσό αέρα που οι πνεύμονες μπορούν να κρατήσουν είναι κάτω από κανονικό. Το ποσό οξυγόνου στο αίμα είναι συχνά χαμηλό σε στάση και είναι ακόμα χαμηλότερο με την άσκηση.
Η θωρακική ακτίνα X είναι διακριτική με τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που εμφανίζονται παρόμοια με μια εκτενή πνευμονία, και με τους δύο πνεύμονες που παρουσιάζουν διαδεδομένα άσπρα μπαλώματα. Τα άσπρα μπαλώματα μπορούν να φανούν να μεταναστεύουν από μια περιοχή του πνεύμονα σε άλλη καθώς η ασθένεια εμμένει ή προχωρεί. Η υπολογισμένη τομογραφία (CT) μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να επιβεβαιώσει τη διάγνωση. Συχνά τα συμπεράσματα είναι αρκετά χαρακτηριστικά να επιτρέψουν στο γιατρό για να κάνουν μια διάγνωση χωρίς διαταγή των πρόσθετων δοκιμών. Για να επιβεβαιώσει τη διάγνωση, ένας γιατρός μπορεί να εκτελέσει μια βιοψία πνευμόνων χρησιμοποιώντας ένα bronchoscope. Πολλές φορές, ένα μεγαλύτερο δείγμα απαιτείται και πρέπει να αφαιρεθεί χειρουργικά.
Επεξεργασία
Περίπου τα δύο τρίτα των ασθενών ανακτούν με corticosteroid τη θεραπεία: το συνηθισμένο στεροειδές που χορηγείται είναι Prednisolone στην Ευρώπη και Prednisone στις ΗΠΑ αυτοί διαφέρουν από μόνο μια λειτουργική ομάδα και έχουν την ίδια κλινική επίδραση. Το στεροειδές χορηγείται αρχικά στην υψηλή δόση, χαρακτηριστικά 50mg ανά να εκλεπτύνει ημέρας κάτω σε μηδέν κατά τη διάρκεια ενός 6 μήνα στην περίοδο ενός έτους. Εάν η στεροειδής επεξεργασία σταματιέται πάρα πολύ γρήγορα η ασθένεια μπορεί να επιστρέψει. Άλλα φάρμακα πρέπει να ληφθούν για να αντιδράσουν στις παρενέργειες του στεροειδούς.
Αναφορές
Το εγχειρίδιο Merck των ιατρικών πληροφοριών - σε απευθείας σύνδεση έκδοση
ΓΕΝΙΚΑ ΠΕΡΙ ΟΞΕΟΒΑΣΙΚΗΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ
Δευτέρα, 08 Μάρτιος 2010 12:34
Συντάκτης:
Κώστας Μαυροματίδης (Δ/ντης ΜΤΝ ΓΝΝ Κομοτηνής)
1. Εισαγωγή
Η οξεοβασική ισορροπία αποτελεί το σύνολο των διαδικασιών που ευθύνονται για τη διατήρηση της οξύτητας των υγρών του σώματος σε σταθερά επίπεδα, παρά το πολύ μεγάλο φορτίο οξέων αλλά και βάσεων που παράγονται κατά τον μεταβολισμό των κυττάρων ή που προσλαμβάνονται καθημερινά με τις τροφές. Η εντυπωσιακή σταθερότητα της οξύτητας του αίματος είναι αποτέλεσμα λειτουργίας τριών διαφορετικών προστατευτικών μηχανισμών : α) Των ρυθμιστικών διαλυμάτων ή συστημάτων του οργανισμού (ενδο- και εξωκυττάριων), β) της αναπνευστικής ρύθμισης της μερικής πίεσης του CO2, που πετυχαίνεται με την απομάκρυνση του CO2 διαμέσου των πνευμόνων και γ) της νεφρικής επαναρρόφησης ή απέκκρισης της διττανθρακικής ρίζας (HCO3-) και της νεφρικής απέκκρισης οξέων (τιτλοποιήσιμη οξύτητα) και αμμωνίου.
Τα οξέα του οργανισμού διακρίνονται σε πτητικά (ανθρακικό οξύ), που παράγονται κατά την οξείδωση του άνθρακα των υδατανθράκων (γλυκόζης) σύμφωνα με την αντίδραση : C6H12O6 + 6O2 SYMBOL 219 f "Symbol" 6CO2 + 6H2O και των λιπών και σε μη πτητικά, που παράγονται κυρίως κατά την οξείδωση αμινοξέων, την υδρόλυση νουκλεϊνικών οξέων και λιπών, κατά τον αερόβιο μεταβολισμό των υδατανθράκων, των νουκλεοπρωτεϊνών και κατά τη β-οξείδωση των λιπών. Γεγονός λοιπόν είναι ότι οι σημαντικότερες ποσότητες πτητικών οξέων παράγονται από το μεταβολισμό των τροφών (εξωγενής προέλευση).
Το σύμβολο Η+ αναφέρεται στην πυκνότητα των ιόντων υδρογόνου σε Moles/L ή ισοδύναμα/L (Eq/L). Η ποσότητα των ιόντων αυτών στο αίμα, σε φυσιολογικές καταστάσεις είναι απειροελάχιστη και κυμαίνεται από 0,000016-0,00016 mEq/L ή 16-160 nEq/L. Επειδή όμως οι αριθμοί αυτοί ήταν πολύ δύσκολο να χρησιμοποιηθούν στην κλινική πράξη και επειδή δεν ήταν δυνατό να μετρηθεί η συγκέντρωση των Η+ στο αίμα, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Sorensen ο όρος του pH, που προέρχεται από το Γαλλικό όρο puissance hydrogen, ο οποίος σημαίνει "ισχύς υδρογόνου". Αυτό παριστάνει τον αρνητικό δεκαδικό λογάριθμο της πυκνότητας των Η+, η οποία έχει εκφραστεί σε γραμμομόρια ανά λίτρο (mMol/L ή mEq/L) και δίδεται από την εξίσωση Henderson-Hasselbalch : pH=pk+log HCO3-/0,03xPaCO2.
Για συγκεντρώσεις Η+ στο αίμα που είναι συμβατές με τη ζωή (0,000016-0,000160 ή 16-160 nEq/L), το αντίστοιχο pH κυμαίνεται από 6,80-7,80. Τα φυσιολογικά επίπεδα των Η+ κυμαίνονται από 36-44 nEq/L (διακύμανση pH από 7,36-7,44).
Η σημασία του pH είναι πολύ σημαντική αφού η δραστηριότητα των χιλιάδων ενδοκυττάριων ενζύμων και άλλες φυσιολογικές λειτουργίες του οργανισμού εξαρτώνται σε κάποιο βαθμό από τα επίπεδά του. Επίσης η συσταλτικότητα του μυοκαρδίου ποικίλλει και εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις μεταβολές του εξωκυττάριου pH. Στο πλάσμα η πυκνότητα των Η+ επιδρά στην κατανομή και κατάσταση ιονισμού των ηλεκτρολυτών, όπως του Κ+ και του Ca++, η δε μεταβολή της συγκέντρωσής τους, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ηλεκτρολυτικές διαταραχές.
2. Αέρια αίματος και οξεοβασικές παράμετροι
Αίμα από οποιοδήποτε μέρος του σώματος (αρτηριακό ή φλεβικό) περιέχει κάποια
ποσότητα Ο2. Το ποσοστό σύνδεσης της αιμοσφαιρίνης με το Ο2 ονομάζεται κορεσμός οξυγόνου. Στους πνεύμονες με μερική πίεση O2 (PaO2)=100 mmHg, μερική πίεση CO2 (PaCO2)=40 mmHg, pH=7,40 και θ=37 οC, περίπου 19,5 ml O2 μπορούν να μεταφερθούν από την Ηb/100 ml αίματος, οπότε στην περίπτωση αυτή ο κορεσμός της αιμοσφαιρίνης είναι ίσος με 97,5% (διότι κορεσμός 100% σημαίνει μεταφορά 20,1 ml/100 ml).
Το ολικό CO2 παριστάνει το CO2 του αίματος κάθε μορφής (διαλελυμένο στο πλάσμα, αυτό που προέρχεται από τις ρίζες των HCO3-και αυτό που προέρχεται από το ανθρακικό οξύ), δηλαδή : Ολικό CO2=HCO3- + διαλελυμένοCO2 + H2CO3. Φυσιολογικά τα 19/20 του ολικού CO2 του πλάσματος προέρχονται από τα HCO3-, γι΄ αυτό και ο προσδιορισμός του ολικού CO2 του πλάσματος παρέχει κατά προσέγγιση την τιμή των HCO2-. Η φυσιολογική τιμή της μερικής πίεσης του CO2 ισούται με : PaCO2=40 mmHg.
Ρυθμιστική βάση είναι το σύνολο των ανιόντων του αίματος, τα οποία προσφέρονται για εξουδετέρωση των οξέων. Αυτά είναι κυρίως τα διττανθρακικά (~50% του συνόλου της ρυθμιστικής βάσης) και η αιμοσφαιρίνη (~30% του συνόλου της ρυθμιστικής βάσης και συνιστά τα 3/4 του ρυθμιστικού συστήματος που δεν στηρίζεται στη διττανθρακική ρίζα). Το υπόλοιπο ποσοστό της ρυθμιστικής βάσης καλύπτεται από τα φωσφορικά και τις πρωτεΐνες του ορού. Όλα τα ανιόντα εκτός από τα HCO3-, χαρακτηρίζονται με το σύμβολο Buf-. Άρα ρυθμιστική βάση = [HCO3-] + [Buf-].
Ο όρος περίσσεια βάσης (base excess) υποδηλώνει την περίσσεια των ανιόντων που υπάρχουν στο αίμα και τα οποία μπορούν να εξουδετερώσουν τα οξέα του. Φυσιολογικά η περίσσεια βάσης κυμαίνεται από -2,5 έως +2,5. Αν η περίσσεια βάσης έχει θετική τιμή σημαίνει ότι στο διάλυμα υπάρχουν περισσότερες βάσεις απ΄ αυτές που θα έπρεπε φυσιολογικά.
Μια μεταβολική παράμετρος που προτάθηκε από παλιά για την εκτίμηση των οξεοβασικών διαταραχών ήταν και η τυποποιημένη συγκέντρωση διττανθρακικών ή standard bicarbonate. Το μέγεθος αυτό είναι θεωρητικό και αντιστοιχεί στην τιμή της συγκέντρωσης των HCO3- στο δεδομένο pH του αίματος, όταν η PaCO2=40 mmHg και το αίμα είναι πλήρως οξυγονωμένο. Αύξηση των τυποποιημένων διττανθρακικών σημαίνει μεταβολική αλκάλωση και μείωση μεταβολική οξέωση. Η διαφορά μεταξύ των τυποποιημένων διττανθρακικών και της συγκέντρωσης διττανθρακικών του αίματος σημαίνει αναπνευστική αλκάλωση ή οξέωση.
Τελικά η οξεοβασική ισορροπία του αίματος καθορίζεται από το pH, το οποίο παριστάνει τη σχέση που υπάρχει μεταξύ της συγκέντρωσης των Η+, της PaCO2 (σε mmHg) και της συγκέντρωσης των HCO3- (σε mEq/L) στο αίμα. Δηλαδή η φυσιολογική πυκνότητα των HCO3- ή της PaCO2 δε σημαίνει απαραίτητα ότι είναι φυσιολογική και η τιμή του pH και αντίθετα, η φυσιολογική τιμή του pH δεν είναι ενδεικτική φυσιολογικής πυκνότητας HCO3- ή PaCO2. Με άλλα λόγια το pH δεν εξαρτάται από την απόλυτη συγκέντρωση του H2CO3, αλλά αποκλειστικά και μόνο από τη διατήρηση σταθερής της αναλογίας HCO3-/H2CO3.
3. Καταλληλότητα δειγμάτων αίματος για εκτίμηση παραμέτρων της οξεοβασικής ισορροπίας
Για να εκτιμηθεί μία διαταραχή της οξεοβασικής ισορροπίας πρέπει να προσδιοριστεί το pH, η PaCO2 ή η συγκέντρωση των HCO3- του αίματος. Για μία πλήρη εκτίμηση είναι απαραίτητες δύο από τις παραπάνω παραμέτρους, οπότε από την εξίσωση των Henderson-Hasselbalch μπορεί να προσδιοριστεί και η τρίτη. Παράγοντες που παίζουν ρόλο στη σωστή εκτίμηση των οξεοβασικών παραμέτρων είναι το είδος του αντιπηκτικού που
χρησιμοποιείται για τη λήψη του δείγματος (κατάλληλα είναι τα άλατα ηπαρίνης με νάτριο ή λίθιο), η ποσότητα ηπαρίνης που περιέχει η σύριγγα αιμοληψίας (είναι αρκετή η διαβροχή των τοιχωμάτων της με ηπαρίνη), η ποσότητα του αίματος που λαμβάνεται σαν δείγμα (όχι μεγαλύτερη από 1 ml), η συντήρηση του δείγματος όταν ο προσδιορισμός των παραμέτρων δε μπορεί να γίνει άμεσα (δεν απαιτείται συντήρηση όταν αυτός γίνει μέσα σε 15 min, ενώ η συντήρηση στους 2-4 oC επιτρέπει τον προσδιορισμό τους και μετά από 3,5-4 ώρες). Επίσης δεν επιτρέπεται η παραμονή φυσαλίδων αέρα μέσα στο προς εκτίμηση δείγμα αίματος, ούτε και η δυνατότητα επικοινωνίας του με τον ατμοσφαιρικό αέρα, ενώ η παρουσία μικροπηγμάτων δημιουργεί συνθήκες λαθεμένης εκτίμησης κατά τον προσδιορισμό των οξεοβασικών παραμέτρων.
4. Ρυθμιστικά συστήματα
Η άμεση εξουδετέρωση ποσότητας οξέος ή βάσεως που προστίθεται στον οργανισμό γίνεται με τα ρυθμιστικά διαλύματα ή συστήματα, τα οποία αρχίζουν τη δράση τους μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου, με σκοπό να εμποδίσουν την εμφάνιση σημαντικών μεταβολών στη συγκέντρωση των Η+. Τελικά τα ρυθμιστικά συστήματα έχουν σα στόχο τους να περιορίσουν τις μεταβολές του pH, οι οποίες προκαλούνται από την προσθήκη οξέος ή βάσεως στο χώρο που βρίσκονται. Είναι διαλύματα, που αποτελούνται από δύο ή περισσότερες χημικές ενώσεις. Συνήθως είναι ασθενή οξέα με τα άλατά τους με μία ισχυρή βάση σε ιονισμένη μορφή. Τα ανιόντα των ασθενών αυτών οξέων συνδέονται ελεύθερα με Η+, τα οποία κατά τον τρόπο αυτό εξουδετερώνονται από την κυκλοφορία. Τα ισχυρά οξέα, όπως το HCI δεν είναι δυνατό να λειτουργήσουν σα ρυθμιστικά διαλύματα, αφού στο pH των υγρών του σώματος, βρίσκονται σχεδόν πλήρως στην ιονισμένη τους μορφή και δεν μπορούν να συνδεθούν με Η+. Η πολύ μεγάλη αποτελεσματικότητα των ρυθμιστικών συστημάτων φαίνεται από το γεγονός ότι η διαφορά του pH μεταξύ φλεβικού αίματος, που πηγαίνει προς τους πνεύμονες και αρτηριακού αίματος που εγκαταλείπει τους πνεύμονες, σπάνια ξεπερνά τα 0,04 της μονάδας.
Τα ρυθμιστικά συστήματα του οργανισμού μας είναι : α) Του ανθρακικού οξέος (NaHCO3/H2CO3), το οποίο αποτελεί την κύρια μορφή εφεδρείας βάσης του εξωκυττάριου χώρου που διατίθεται σε πολύ μεγάλες ποσότητες στον οργανισμό και το τελικό του προϊόν αποτελεί το διοξείδιο του άνθρακα, που απομακρύνεται εύκολα από τον οργανισμό δια των πνευμόνων, β) των φωσφορικών (NaH2PO4/Na2HPO4) που απαντά ενδοκυττάρια, αλλά και στα νεφρικά σωληνάρια (είναι υπεύθυνο για την απομάκρυνση της τιτλοποιήσιμης οξύτητας), γ) των ερυθροκυττάρων (απαντά μέσα στα ερυθρά αιμοσφαίρια και αποτελεί πολύ σημαντικό ρυθμιστικό σύστημα αφού εκτός από την εξουδετέρωση του πλεονάζοντος ιόντος το μεταφέρει στους πνεύμονες για την τελική του απομάκρυνση), δ) των οστών (που υπάρχει σε πολύ μεγάλες ποσότητες) και ε) των πρωτεϊνών.
5. Απομάκρυνση οξέων από τον οργανισμό
Η αναπνευστική ρύθμιση οξεοβασικής ισορροπίας περιλαμβάνει την απομάκρυνση του CO2 δια των πνευμόνων, το οποίο αποτελεί το κύριο τελικό προϊόν του οξειδωτικού μεταβολισμού. Η ρύθμιση αυτής της αποβολής αποτελεί ένα αποτελεσματικό και γρήγορο μέσο διατήρησης της οξεοβασικής ισορροπίας, άσχετα από τη συνολική ποσότητα H+ που υπάρχει.
Ο κύριος φυσιολογικός διεγέρτης της αναπνοής είναι η αύξηση της PaCO2, διαμέσου κεντρικών και περιφερειακών χημειοϋποδοχέων του αναπνευστικού κέντρου και η μείωση της PaO2 (υποξαιμία), διαμέσου περιφερικών χημειοϋποδοχέων, που είναι τα καρωτιδικά σωμάτια. Ο κυψελιδικός αερισμός επίσης επηρεάζεται από μεταβολικές διαταραχές της οξεοβασικής ισορροπίας, διαμέσου περιφερειακών και κεντρικών χημειοϋποδοχέων.
Δια των πνευμόνων αποβάλλονται καθημερινά 16000-22000 mmol CO2 από τη συνολική ποσότητα που παράγεται καθημερινά, έτσι ώστε να διατηρούνται τα επίπεδα της PaCO2 γύρω στα 40 mmHg. Το αναπνευστικό κέντρο και τα καρωτιδικά σωμάτια εποπτεύουν την αναπνοή, διότι αυτά όντας ευαίσθητα στις μεταβολές του pH και της μερικής πίεση του CO2 του εξωκυττάριου χώρου, μπορούν και τροποποιούν τις λειτουργίες της αναπνοής, σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες του οργανισμού.
Η νεφρική ρύθμιση της οξεοβασικής ισορροπίας περιλαμβάνει την επαναρρόφηση των HCO3- [αυτών που διηθούνται (περίπου 4500 mEq/24ωρο) και αυτών που παράγονται τοπικά (~70 mEq/ημέρα)] και την έκκριση οξέων υπό τη μορφή αμμωνίας ή τιτλοποιήσιμης οξύτητας. Ποικίλοι παράγοντες επιδρούν στα εγγύς σωληνάρια και επηρεάζουν την επαναρρόφηση των HCO3-, όπως : α) Η ποσότητά τους που διηθείται, β) το ενδοκυττάριο pH, γ) ο εξωκυττάριος όγκος υγρών, δ) η PaCO2, ε) η συγκέντρωση των CI- στο πλάσμα και στ) διάφορες ορμόνες.
Τιτλοποιήσιμη οξύτητα αποτελεί την ποσότητα των Η+ που υπάρχει στα ούρα σε συνδυασμό με βασικά ρυθμιστικά διαλύματα που διηθούνται σ΄ αυτά, εκτός από την αμμωνία. Τα φωσφορικά αποτελούν σε φυσιολογικές καταστάσεις το κύριο ρυθμιστικό διάλυμα δια του οποίου αποβάλλεται τιτλοποιήσιμη οξύτητα. Στο φυσιολογικό pH του πρόουρου, η ποσότητα των φωσφορικών που διηθείται, βρίσκεται υπό την μορφή του Na2HPO4, όσο δε τα ούρα γίνονται πιο όξινα (από την έκκριση των Η+ στον αυλό των σωληναρίων), το μονόξινο αυτό άλας μετατρέπεται σε δισόξινο (NaH2PO4), που αποτελεί το κυρίως μόριο της τιτλοποιήσιμης οξύτητας. Όταν επιτευχθεί το κατώτερο pH των ούρων (περίπου 4,4), όλα τα μόρια του Na2HPO4 μετατρέπονται σε NaH2PO4, οπότε η επιπλέον προσθήκη ακόμη και μικρής ποσότητας ιόντων υδρογόνου, οδηγεί σε γρήγορη μείωση του pH.
Η αμμωνία συντίθεται από όλα τα τμήματα των σωληναρίων, κυρίως όμως από τα επιθηλιακά κύτταρα των εγγύς εσπειραμένων, όπου το ένζυμο γλουταμινάση Ι βρίσκεται σε πολύ υψηλές συγκεντρώσεις, αν και αυτή βρέθηκε επίσης σε αυξημένες συγκεντρώσεις και στα άπω εσπειραμένα σωληνάρια. Φυσιολογικά εκκρίνονται στα ούρα 30-50 mEq αμμωνίας/24ωρο. Όμως σε σημαντικού βαθμού οξέωση, η ποσότητα αυτή δεκαπλασιάζεται (περίπου 500 mEq/ημέρα), χωρίς να μεταβάλλεται το pH των ούρων. Παρατηρήθηκε δηλαδή ότι σε οξέωση εκτός από την αύξηση της τιτλοποιήσιμης οξύτητας, υπάρχει και αύξηση της αποβολής αμμωνίου (ΝΗ4+), γεγονός που δείχνει ότι η ΝΗ3 πρέπει να αποτελεί τον αποδέκτη της πρόσθετης ποσότητας Η+.
Το pH των ούρων, η ποσότητα της γλουταμίνης που είναι διαθέσιμη για μεταβολισμό, η χρονιότητα της οξέωσης, η σχέση μεταξύ περισωληναριακής ροής αίματος και σωληναριακού υγρού (πρόουρου), η μάζα των σωληναριακών κυττάρων που ευθύνονται για την παραγωγή NH3 και η ποσότητα του Na+ που προσφέρεται για επαναρρόφηση στα σωληνάρια, επηρεάζουν την έκκριση της αμμωνίας, η οποία παράγεται μέσα στα σωληναριακά κύτταρα. Σε φυσιολογικές καταστάσεις αλλά και σε μεταβολική οξέωση, υπάρχει αντίστροφη σχέση μεταξύ pH ούρων και συνολικής ποσότητας αμμωνίου και αμμωνίας που εκκρίνονται στα ούρα. Όσο πιο όξινα είναι τα ούρα, τόσο πιο μεγάλη ποσότητα αμμωνίας υπάρχει σε ιονισμένη μορφή.
Η νεφρική παραγωγή αμμωνίας δεν ρυθμίζεται μόνο από τις μεταβολές των παραμέτρων της οξεοβασικής ισορροπίας, αλλά και από τις οξείες ή χρόνιες αιτίες αύξησης των επιπέδων του K+ του οργανισμού. Έτσι η υπερκαλιαιμία αναστέλλει τη νεφρική παραγωγή αμμωνίας από την γλουταμίνη, ενώ αντίθετα υποκαλιαιμία δεν επηρεάζει την παραγωγή αμμωνίας από τους νεφρούς.
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΑΕΡΙΩΝ ΑΙΜΑΤΟΣ
1. Βασικές αρχές που βοηθούν στη διάγνωση των οξεοβασικών διαταραχών
α) Όσο περισσότερο αναζητούνται οι διαταραχές της οξεοβασικής ισορροπίας, τόσο συχνότερα ανακαλύπτονται. Γι΄ αυτό κατά την εκτίμηση ασθενούς δεν πρέπει κανείς να περιορίζεται στην αναζήτηση μόνο των γνωστών καταστάσεων. Βέβαια σημαντικό ρόλο για τη σωστή διάγνωση των οξεοβασικών διαταραχών παίζει το ιστορικό του ασθενή.
β) Σε κάθε ασθενή με ηλεκτρολυτική διαταραχή πρέπει να αναζητάται η συνύπαρξη οξεοβασικής διαταραχής και το αντίθετο.
γ) Για τη διάγνωση της οξεοβασικής διαταραχής η σημασία της κλινικής εικόνας είναι πολύ μεγάλη. Έτσι ο πτερυγοειδής τρόμος αποτελεί κλινική εκδήλωση της υπερκαπνίας (αναπνευστική οξέωση), το μεγάλο εύρος των αναπνευστικών κινήσεων (αναπνοή Kussmaul) διαπιστώνεται σε μεταβολική οξέωση, αλλά και σε απόφραξη των αεροφόρων οδών, η επιπόλαιη αναπνοή διαπιστώνεται σε βλάβη του αναπνευστικού κέντρου (δηλητηρίαση από βαρβιτουρικά, κώματα) κ.ά.
δ) Σε κώμα ο υπεραερισμός υποδηλώνει την ύπαρξη μεταβολικής οξέωσης ή αναπνευστικής αλκάλωσης, λόγω διέγερσης του αναπνευστικού κέντρου. Και στις δύο περιπτώσεις τα επίπεδα της PaCO2 και των HCO3- είναι μειωμένα. Στην πρώτη περίπτωση το pH είναι χαμηλό (7,50).
ε) Στην κλινική πράξη οι κυριότερες αίτιες μεταβολικής οξέωσης είναι η κετοξέωση, η ουραιμία και η γαλακτική οξέωση.
στ) Οι κυριότερες αίτιες αναπνευστικής αλκάλωσης που συνοδεύονται από κώμα είναι η ηπατική ανεπάρκεια, η σήψη και μερικές νόσοι των πνευμόνων.
2. Σημασία ειδικών παραμέτρων για τη διάγνωση των οξεοβασικών διαταραχών
Όσον αφορά στη συχνότητα των διαφόρων διαταραχών της οξεοβασικής ισορροπίας σε νοσοκομειακούς ασθενείς, μία μελέτη έδειξε ότι οι συχνότερες ήταν η μεταβολική και η αναπνευστική αλκάλωση, ενώ μία άλλη διαπίστωσε ότι η συχνότερη ήταν η αναπνευστική αλκάλωση. Ωστόσο και οι μικτές διαταραχές είναι πολύ συχνές.
Βέβαια σε κάθε περίπτωση η αναγνώριση της ακριβούς οξεοβασικής διαταραχής είναι πολύ σημαντική διότι, ορισμένες από αυτές έχουν πολύ μεγάλη σημασία για την πρόγνωση. Μερικές φορές μάλιστα αποτελούν την μοναδική παθολογική κατάσταση που έχει ο ασθενής, η οποία μπορεί να είναι και επικίνδυνη για τη ζωή του. Ακόμη μπορεί η διαπίστωση της οξεοβασικής διαταραχής να βοηθήσει σημαντικά στην πρώιμη διάγνωση παθολογικών καταστάσεων. Τα παρακάτω αποτελούν σημαντικά και απαραίτητα στοιχεία που βοηθούν να τεθεί η τελική διάγνωση της διαταραχής της οξεοβασικής ισορροπίας :
α) Η εκτίμηση της ορθότητας των αποτελεσμάτων
β) Ιστορικό και κλινική εξέταση
γ) Χάσμα ανιόντων
δ) Αναγνώριση πρωταρχικών οξεοβασικών διαταραχών (απλών ή μικτών)
ε) Εκτίμηση βαθμού αντιρρόπησης
στ) Μεταβολές νατρίου, χλωρίου και HCO3- πλάσματος
ζ) Hλεκτρολύτες και pH ούρων και άλλες εργαστηριακές παράμετροι
2.1. Εκτίμηση της ορθότητας των αποτελεσμάτων
Είναι πιθανό για ποικίλους λόγους τα αποτελέσματα από τα αέρια του αίματος να μην είναι σωστά. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις όπου χρησιμοποιήθηκε περισσότερη ηπαρίνη στη σύριγγα αιμοληψίας, οπότε διαπιστώνονται λάθος χαμηλές τιμές PaCO2 και HCO3-. Ακόμη μπορεί να διαπιστωθούν χαμηλότερες τιμές HCO3- κατά 3-5 mEq/L αν το δείγμα εκτεθεί στον ατμοσφαιρικό αέρα για χρόνο μεγαλύτερο από 90-120 min και χάσει μέρος του CO2 που περιέχει.
Η ακρίβεια των αποτελεσμάτων των αερίων του αίματος μπορεί να εκτιμηθεί με την εξίσωση Henderson : Η+=24xPaCO2/HCO3- (όπου τα H+ προσδιορίζονται σε nEq/L, η PaCO2 σε mmHg και τα HCO3- σε mEq/L). Στη συνέχεια από την πυκνότητα των Η+ μπορεί κανείς εύκολα να διαπιστώσει το pH του αίματος, αφού είναι γνωστό ότι για τιμές μεταξύ 7,20 και 7,50 για κάθε αύξηση ή μείωση του pH κατά 0,10, μειώνεται ή αυξάνεται αντίστοιχα η συγκέντρωση των Η+ κατά 10 nEq/L. Κατ΄ άλλο τρόπο όταν το pH βρίσκεται μεταξύ 7,28 και 7,45 η συγκέντρωση των Η+ είναι ίση με 80 μείον τα δεκαδικά ψηφία του pH. Έτσι σε pH 7,30 η συγκέντρωση των Η+ είναι : 80-30=50 nEq/L.
2.2. Ιστορικό και κλινική εικόνα
Οι σημαντικότερες πληροφορίες σε μία οξεοβασική διαταραχή λαμβάνονται από το ιστορικό του ασθενή. Έτσι όταν αναφέρονται έμετοι, η διάγνωση που τίθεται εύκολα είναι η μεταβολική αλκάλωση, ενώ όταν ο ασθενής έχει σημαντικού βαθμού ηπατική ανεπάρκεια, η πιθανότερη διάγνωση είναι η αναπνευστική αλκάλωση. Φυσικά αν ένας ασθενής με ηπατική ανεπάρκεια έχει φυσιολογικά επίπεδα HCO3- στο αίμα, αυτό που πρέπει να υποτεθεί είναι ότι έχει μικτή διαταραχή της οξεοβασικής ισορροπίας. Ο ασθενής που έχει σημαντικού βαθμού ΧΝΑ ή ινσουλινοεξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη αναμένεται να έχει μεταβολική οξέωση με αυξημένο χάσμα ανιόντων, ενώ αυτός που παίρνει διουρητικά θα έχει μεταβολική αλκάλωση. Τέλος ο ασθενής που είναι αφυδατωμένος, έχει χαμηλή αρτηριακή πίεση και ενδείξεις ιστικής υποξίας, αναμένεται να έχει γαλακτική οξέωση.
Στη διάγνωση βοηθά επίσης και το γεγονός ότι κάθε μία από τις απλές διαταραχές της οξεοβασικής ισορροπίας συνοδεύεται και από συγκεκριμένες κλινικές εκδηλώσεις. Έτσι η οξυαιμία χαρακτηρίζεται από διαταραχές της αισθητικότητας και μείωση της συσταλτικότητας του μυοκαρδίου, η υπερκαπνία από κεφαλόπονο και οίδημα της οπτικής θηλής, η αλκαλιαιμία από αποπληξία, κοιλιακές αρρυθμίες, μυϊκή αδυναμία και τετανία και η υποκαπνία από σπασμό των στεφανιαίων αγγείων και ανύψωση του διαστήματος ST στο ΗΚΓ/μα.
2.3. Χάσμα ανιόντων
Η μεταβολική οξέωση χαρακτηρίζεται από αύξηση των οξέων του οργανισμού ή από απώλεια HCO3- που μπορεί να χάνονται διαμέσου νεφρικών και εξωνεφρικών μηχανισμών. Είναι εύκολο να διαφοροδιαγνωσθεί η μεταβολική οξέωση που προκλήθηκε από πρόσθεση οξέων ή από απώλεια HCO3- προσδιορίζοντας το χάσμα των ανιόντων, το οποίο είναι
ιδιαίτερα χρήσιμο στη διάγνωση και ταξινόμηση των οξεοβασικών διαταραχών. Έτσι αφού στο πλάσμα ο αριθμός των ανιόντων είναι πάντα ίσος με τον αριθμό των κατιόντων, το χάσμα των ανιόντων αποτελεί έναν αριθμό που απλά δείχνει τα μη μετρήσιμα ανιόντα, που στην πλειονότητά τους είναι οι πρωτεΐνες του πλάσματος. Αυξημένο χάσμα ανιόντων θέτει τη διάγνωση της μεταβολικής οξέωσης, η οποία είναι βέβαιη όταν είναι πάνω από 30 mEq/L. Χάσμα ανιόντων μεταξύ 20 και 30 mEq/L συνήθως οφείλεται σε μεταβολική οξέωση, χωρίς οι τιμές αυτές να είναι απόλυτα διαγνωστικές. Ωστόσο το χάσμα των ανιόντων μπορεί να είναι μέτρια αυξημένο και σε μεταβολική αλκάλωση (λόγω αύξησης του αρνητικού φορτίου των πρωτεϊνών του ορού), όμως αύξηση μεγαλύτερη από 5 mEq/L διαπιστώνεται βασικά σε μεταβολική οξέωση.
Έχοντας σα δεδομένο το γεγονός ότι τα φυσιολογικά επίπεδα των μη μετρήσιμων ανιόντων ποικίλουν πολύ, αν ήταν γνωστές οι τιμές των ηλεκτρολυτών των ασθενών πριν την εγκατάσταση των διαταραχών, τόσο των ηλεκτρολυτών, όσο και της οξεοβασικής ισορροπίας, ο υπολογισμός του χάσματος των ανιόντων θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σα βασική τιμή και θα βοηθούσε σημαντικά. Σ΄ όλες τις περιπτώσεις και κυρίως όταν δεν υπάρχουν οι βασικές τιμές που προαναφέρθηκαν, ο υπολογισμός των φυσιολογικών τιμών πρέπει να γίνεται λαμβάνοντας υπ΄ όψιν τα επίπεδα των πρωτεϊνών του πλάσματος, των οποίων η μεταβολή συνοδεύεται και από μεταβολή του χάσματος των ανιόντων. Ειδικότερα ο υπολογισμός του χάσματος των ανιόντων που οφείλεται στα λευκώματα γίνεται αν προστεθούν ή αφαιρεθούν 2 mEq/L για κάθε γραμμάριο λευκώματος πάνω ή κάτω από τη φυσιολογική τιμή, που είναι 4 gr/dl για την λευκωματίνη και 6,5 gr/dl για τα ολικά λευκώματα. Έτσι το φυσιολογικό χάσμα των ανιόντων είναι 8 mEq/L όταν η λευκωματίνη ισούται με 2 gr/dl (όπως συμβαίνει σε νεφρωσικό σύνδρομο ή σε κίρρωση του ήπατος), όμως είναι 16 mEq/L όταν η λευκωματίνη ισούται με 6 gr/dl (όπως συμβαίνει σε σοβαρή υποογκαιμία).
Υπάρχουν βέβαια και σημαντικές επιδράσεις του pH του αίματος πάνω στο φορτίο των λευκωμάτων και στα επίπεδα των οργανικών οξέων του πλάσματος. Έτσι ενώ η οξυαιμία μειώνει το ανιονικό φορτίο των πρωτεϊνών και τα όξινα προϊόντα της γλυκόλυσης, αντίθετα αποτελέσματα διαπιστώνονται σε αλκαλιαιμία. Η επίδραση της αλκαλιαιμίας στον μεταβολισμό και στα επίπεδα του πυροσταφυλικού και γαλακτικού οξέος είναι σημαντικότερη έναντι αυτής της οξυαιμίας. Η συνισταμένη της επίδρασης του pH και των οργανικών οξέων πάνω στο χάσμα των ανιόντων είναι η μείωσή του κατά 1-3 mEq/L σε οξυαιμικές καταστάσεις και η αύξησή του κατά 3-5 mEq/L σε αλκαλιαιμικές, γεγονός που εξαρτάται από τη σοβαρότητα της οξεοβασικής μεταβολής. Παράδειγμα των παραπάνω αποτελεί ο ασθενής με ήπια υποχλωραιμική μεταβολική αλκάλωση (pH=7,50) και λευκωματίνη ορού 5 gr/dl (λόγω συμπύκνωσης), ο οποίος αναμένεται να έχει χάσμα ανιόντων 17 mEq/L.
Η αύξηση του χάσματος των ανιόντων μπορεί να συμβεί όταν προστίθεται στο αίμα και στα υγρά του οργανισμού ισχυρό οξύ. Αν πρόκειται για το HCI, το χάσμα των ανιόντων παραμένει φυσιολογικό, διότι όσο μειώνονται τα HCO3- κατά τον ίδιο βαθμό αυξάνονται τα CI-. Βέβαια και στην μεταβολική οξέωση που οφείλεται σε απώλεια HCO3- στα κόπρανα ή στα ούρα το χάσμα των ανιόντων δεν αυξάνεται. Αντίθετα αν το οξύ που προστίθεται στο αίμα δεν είναι το υδροχλωρικό (λ.χ. γαλακτικό), τότε η μείωση των HCO3- του πλάσματος συνοδεύεται από αύξηση των επιπέδων του οξέος αυτού, όπως επίσης και του χάσματος των ανιόντων. Έτσι σε μία απλή μεταβολική οξέωση με αυξημένο χάσμα ανιόντων η αύξηση του τελευταίου είναι συνήθως ίση με τη μείωση των HCO3-. Δηλαδή μία μείωση των HCO3- κατά 15 mEq/L συνοδεύεται από αύξηση του χάσματος των ανιόντων κατά 15 mEq/L. Το άθροισμα των HCO3- και της αύξησης των μη μετρήσιμων ανιόντων δίνει το επίπεδο των HCO3- που υπήρχαν στον ασθενή πριν την εγκατάσταση της μεταβολικής οξέωσης με αυξημένο χάσμα ανιόντων. Με τον τρόπο αυτό αποκαλύπτεται η ύπαρξη μιας τυχόν συγκαλυμμένης μεταβολικής αλκάλωσης, αφού το παραπάνω άθροισμα υποδηλώνει τα
επίπεδα των HCO3- πριν την πρόσθεση στον οργανισμό του οξέος που προκάλεσε την αύξηση στο χάσμα των ανιόντων. Σε αντίθεση με τα παραπάνω σε μία μεταβολική οξέωση με αυξημένο χάσμα ανιόντων, όπου η αύξηση του τελευταίου είναι μεγαλύτερη από την μείωση των HCO3-, αυτό υποδηλώνει τη συνύπαρξη πρόσθετης διαταραχής, όπως μεταβολικής αλκάλωσης ή αναπνευστικής οξέωσης. Βέβαια χάσμα ανιόντων χαμηλότερο από τη μείωση των HCO3- υποδηλώνει άλλες πρόσθετες διαταραχές, όπως υπερχλωραιμική μεταβολική οξέωση ή χρόνια αναπνευστική αλκάλωση.
Η αξία του χάσματος των ανιόντων φαίνεται και στις μικτές οξεοβασικές διαταραχές, όπου η αυξημένη του τιμή αποκαλύπτει την ύπαρξη μεταβολικής οξέωσης, σε μερικές περιπτώσεις όπου η διάγνωση δεν είναι εύκολη. Έτσι η παρουσία αυξημένου χάσματος ανιόντων ίσως αποτελεί το πρώτο ή και το βασικότερο διαγνωστικό στοιχείο μιας μεταβολικής οξέωσης με αυξημένο χάσμα ανιόντων. Στις περιπτώσεις όπου συνυπάρχουν φυσιολογικά ή και αυξημένα επίπεδα HCO3- πλάσματος επιτρέπει να τεθεί η διάγνωση της μεταβολικής οξέωσης με υψηλό χάσμα ανιόντων, μαζί με συνύπαρξη μεταβολικής αλκάλωσης ή αναπνευστικής οξέωσης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι σε μικτές οξεοβασικές διαταραχές, όπως αναφέρθηκε, η αλκάλωση (ιδιαίτερα η μεταβολική) μπορεί να προκαλέσει μέτρια αύξηση στο χάσμα των ανιόντων.
2.4. Αναγνώριση πρωταρχικών οξεοβασικών διαταραχών (απλών ή μικτών)
Κάθε απλή διαταραχή της οξεοβασικής ισορροπίας συνοδεύεται και από την αντίστοιχη αντιρρόπησή της. Έτσι διαταραχή που αρχίζει με μεταβολή στα επίπεδα των HCO3- είναι μεταβολική και συνοδεύεται από δευτεροπαθή (αντιρροπιστική) μεταβολή της PaCO2, ενώ διαταραχή που αρχίζει με μεταβολή της PaCO2 συνοδεύεται από αντιρροπιστική μεταβολή των HCO3-. Οι αντιρροπήσεις πρέπει να γνωρίζουμε ότι συμβαίνουν μέσα σε συγκεκριμένο χρόνο, έχουν συγκεκριμένο μέγεθος και στοχεύουν στην επαναφορά του pH προς τα φυσιολογικά επίπεδα, αν και συνήθως δεν το καταφέρνουν (Πίνακας 1). Έτσι παραμένει κάποιος βαθμός οξυαιμίας ή αλκαλιαιμίας για όσο χρόνο υφίσταται η αιτία της οξεοβασικής διαταραχής.
α) Μεταβολική οξέωση -PaCO2 =(1,5x HCO3-)+8+2 -PaCO2=Οι δυο τελευταίοι δεκαδικοί του pH - HCO3-15=Δυο τελευταίοι δεκαδικοί του pH -Μείωση PaCO2=Κατά 1-1,2 για κάθε μείωση των κατά 1 mEq/L β) Μεταβολική αλκάλωση -PaCO2=(0,9x HCO3-)+9+2 -PaCO2= Αύξηση κατά 0,6 mmHg για κάθε mEq/L αύξηση των HCO3- γ) Αναπνευστική οξέωση Οξεία : Αύξηση HCO3- κατά 1 για κάθε αύξηση της PaCO2 κατά 10 Χρόνια : Αύξηση HCO3- κατά 4 για κάθε αύξηση της PaCO2 κατά 10 δ) Αναπνευστική αλκάλωση Οξεία : Μείωση των HCO3- κατά 2 mEq/L για κάθε μείωση της PaCO2 κατά 10 mmHg κάτω από τα φυσιολογικά επίπεδα Χρόνια : Μείωση των HCO3- κατά 5 mEq/L για κάθε μείωση της PaCO2 κατά 10 mmHg κάτω από τα φυσιολογικά επίπεδα
Πίνακας 1. Υπολογισμός αναμενόμενου βαθμού αντιρρόπησης σε απλές διαταραχές της οξεοβασικής ισορροπίας
Για την αναγνώριση της πρωτοπαθούς οξεοβασικής διαταραχής πρέπει πρώτα απ΄ όλα να προσδιορίζεται αν υπάρχει οξυαιμία (pH7,42). Κατόπιν πρέπει να εκτιμάται η κατεύθυνση της μεταβολής των HCO3- (αύξηση ή μείωση). Αυξημένα επίπεδα δείχνουν ότι υπάρχει μεταβολική αλκάλωση ή ότι αποτελούν αντιρροπιστική απάντηση σε αναπνευστική οξέωση. Στις περιπτώσεις όπου το pH του αίματος είναι αυξημένο, η πρωταρχική διαταραχή είναι η μεταβολική αλκάλωση, ενώ όταν το pH είναι μειωμένο, η πρωταρχική διαταραχή είναι η αναπνευστική οξέωση. Αντίθετα τα μειωμένα επίπεδα HCO3- υποδηλώνουν μεταβολική οξέωση ή αντιρροπιστική απάντηση σε αναπνευστική αλκάλωση. Αν η υποδιττανθρακαιμία συνοδεύεται από μειωμένα επίπεδα pH, η πρωταρχική διαταραχή είναι η μεταβολική οξέωση, ενώ όταν συνοδεύεται από υψηλά επίπεδα pH τότε η πρωταρχική διαταραχή είναι η αναπνευστική αλκάλωση. Μετά απ΄ όλα αυτά πρέπει να διαπιστώνεται και η κατεύθυνση μεταβολής της PaCO2 (αύξηση ή μείωση) και να προσδιορίζεται αν αυτή θα μπορούσε να προκαλέσει τη μεταβολή που παρατηρήθηκε στο pH. Μόνο από την εκτίμηση των μεταβολών των HCO3- και της PaCO2 μπορεί να διαπιστωθεί η αιτία μεταβολής του pH.
Μετά τον προσδιορισμό της πρωταρχικής διαταραχής της οξεοβασικής ισορροπίας είναι απαραίτητο να εκτιμάται αν αυτή είναι απλή ή μικτή. Έτσι όταν οι μεταβολές της PaCO2 και των HCO3- έχουν αντίθετη κατεύθυνση αυτό αποτελεί σημαντικό στοιχείο υπέρ της μικτής διαταραχής. Μικτή διαταραχή υπάρχει και όταν το pH είναι φυσιολογικό ή σχεδόν φυσιολογικό, παρά την ύπαρξη μεταβολών στα επίπεδα των HCO3- και της PaCO2 (μοναδική εξαίρεση αποτελεί η αναπνευστική αλκάλωση). Τέλος όταν για την μεταβολή του pH φαίνεται ότι ευθύνονται η μεταβολή, τόσο της PaCO2, όσο και των HCO3-, τότε επίσης πρόκειται περί μικτής διαταραχής της οξεοβασικής ισορροπίας.
2.5. Εκτίμηση βαθμού αντιρρόπησης
Τα HCO3 και η PaCO2 μεταβάλλονται από τα φυσιολογικά επίπεδα προς την ίδια κατεύθυνση σ΄ όλες τις απλές οξεοβασικές διαταραχές. Γι΄ αυτό σε κάθε οξεοβασική διαταραχή πρέπει πρώτα απ΄ όλα ελέγχεται η κατεύθυνση μεταβολής της PaCO2 και των HCO3.
Στη συνέχεια πρέπει σε κάθε απλή διαταραχή της οξεοβασικής ισορροπίας να ελέγχεται το μέγεθος της φυσιολογικής αντιρρόπησης (μεταβολή PaCO2 και HCO3). Βέβαια οι αναπνευστικές διαταραχές έχουν δύο φάσεις αντιρρόπησης, την οξεία που οφείλεται στα ρυθμιστικά συστήματα και τη χρόνια όπου συμμετέχουν αντιρροπιστικά πλέον και οι νεφροί. Αν η αντιρρόπηση είναι εκτός των αναμενόμενων ορίων τότε πρέπει να θεωρείται ότι υπάρχει μικτή οξεοβασική διαταραχή. Βέβαια η ακριβής εκτίμηση της οξεοβασικής διαταραχής προϋποθέτει εκτός από τη γνώση της ακριβούς αντιρρόπησης και τον χρόνο στον οποίο αναμένεται να συμβεί (Πίνακας 1).
2.6. Μεταβολές νατρίου, χλωρίου και HCO3- πλάσματος
α) Σημασία επιπέδων χλωρίου πλάσματος : Μη φυσιολογικά επίπεδα χλωρίου στο πλάσμα μπορεί να δώσουν πολύ σημαντικές πληροφορίες στη διάγνωση της πιθανής οξεοβασικής διαταραχής. Αυτό επειδή τα επίπεδά του συνήθως αυξάνονται ή μειώνονται όταν τα HCO3 μειώνονται ή αυξάνονται αντίστοιχα. Σε μεταβολική οξέωση που χαρακτηρίζεται από υψηλό χάσμα ανιόντων τα επίπεδα του χλωρίου παραμένουν σταθερά και δεν μεταβάλλονται. Επίσης τα μη φυσιολογικά επίπεδα χλωρίου πρέπει να εκτιμώνται
και σε σχέση με τα επίπεδα του νατρίου του ορού. Έτσι σε ασθενείς με υπερνατριαιμία χωρίς διαταραχή της οξεοβασικής ισορροπίας το χλώριο πρέπει να αυξάνεται ανάλογα με τον βαθμό αύξησης που παρουσιάζει το νάτριο και σε ασθενείς με υπονατριαιμία, το χλώριο πρέπει να μειώνεται κατά τον ίδιο βαθμό που μειώνεται και το νάτριο. Λ.χ. όταν το χλώριο είναι ίσο με 90 mEq/L και το νάτριο 126 mEq/L ή το χλώριο 110 mEq/L και το νάτριο 154 mEq/L οι μεταβολές αυτές δείχνουν ότι πρόκειται για διαταραχές της ενυδάτωσης των ασθενών (υπερυδάτωση ή αφυδάτωση αντίστοιχα).
Η αξία των επιπέδων του χλωρίου του ορού στις μικτές διαταραχές της οξεοβασικής ισορροπίας φαίνεται από τα παρακάτω παραδείγματα :
Νάτριο Χλώριο HCO3 Ασθενής Α : 140 mEq/L 90 mEq/L 20 mEq/L Ασθενής Β : 126 mEq/L 100 mEq/L 2 mEq/L
Στην πρώτη περίπτωση (ασθενής Α) τα μειωμένα HCO3 δείχνουν ότι υπάρχει μεταβολική οξέωση ή αναπνευστική αλκάλωση. Όμως το χάσμα των ανιόντων : 140-(90+20)=30 mEq/L υποδηλώνει την ύπαρξη μεταβολικής οξέωσης. Επειδή δε το μέγεθος αύξησης του χάσματος των ανιόντων ξεπερνά την μείωση των HCO3 πρέπει να συνυπάρχει και μεταβολική αλκάλωση ή αναπνευστική οξέωση. Στη δεύτερη περίπτωση (ασθενής Β) τα πολύ χαμηλά επίπεδα HCO3 μαζί με το αυξημένο χάσμα ανιόντων θέτουν τη διάγνωση της μεταβολικής οξέωσης. Τα επίπεδα του χλωρίου ήταν φυσιολογικά και όχι μειωμένα όπως θα έπρεπε, ανάλογα με τα χαμηλά επίπεδα του νατρίου (μειωμένα κατά 10%), γεγονός που σημαίνει ότι υπήρχε υπερχλωραιμία. Τελικά πρέπει να συνυπάρχει και υπερχλωραιμική μεταβολική οξέωση ή αναπνευστική αλκάλωση.
β) Σημασία επιπέδων καλίου του ορού : Πολλοί παράγοντες παρεμβάλλονται και επηρεάζουν τα επίπεδα καλίου του ορού, όπως η φύση της οξεοβασικής διαταραχής, η ωσμωτικότητα του ορού, η δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος, η ινσουλίνη κ.ά. Θεωρείται όμως ότι τα επίπεδα του καλίου του ορού μπορούν να βοηθήσουν στη διάγνωση μιας οξεοβασικής διαταραχής, αφού μεταβολή τους συνήθως υποδηλώνει την παρουσία οξεοβασικής διαταραχής. Ειδικότερα υπάρχει η γνωστή σχέση όπου το κάλιο αυξάνεται ή μειώνεται κατά 0,6 mEq/L για κάθε μείωση ή αύξηση του pH κατά 0,10 αντίστοιχα. Οι αναπνευστικές διαταραχές μπορούν να προκαλέσουν μεταβολές στα επίπεδα του καλίου του ορού, μικρού βέβαια βαθμού σε σχέση με αυτές που προκαλούν οι μεταβολικές διαταραχές. Με άλλα λόγια οι έντονες μεταβολές στα επίπεδα του καλίου του ορού συνήθως υποδηλώνουν την παρουσία μεταβολικής διαταραχής της οξεοβασικής ισορροπίας. Ειδικότερα από τις απλές και γνωστές διαταραχές είναι γνωστό ότι η χρόνια αναπνευστική αλκάλωση συνοδεύεται συχνά από υποκαλιαιμία, όπως επίσης και η νεφροσωληναριακή οξέωση τύπου Ι και ΙΙ, ενώ η νεφροσωληναριακή οξέωση τύπου IV από υπερκαλιαιμία.
γ) Σημασία μεταβολής επιπέδων HCO3 : Στην αναγνώριση της οξεοβασικής διαταραχής συμβάλλει και το εύρος μεταβολής του επιπέδου των HCO3. Μεταβολή πάνω από 3 mEq/L από τα φυσιολογικά επίπεδα υποδηλώνει με πολύ μεγάλη πιθανότητα την ύπαρξη διαταραχής της οξεοβασικής ισορροπίας. Όμως και τα φυσιολογικά επίπεδα HCO3 δεν αποκλείουν την ύπαρξη διαταραχής της οξεοβασικής ισορροπίας. Επίπεδα HCO3 κατώτερα από 12-15 mEq/L συνήθως οφείλονται σε μεταβολική οξέωση, αφού η χρόνια αναπνευστική αλκάλωση σπάνια συνοδεύεται από μεταβολική αντιρρόπηση τόσο σημαντικού βαθμού. Κατά τον ίδιο τρόπο HCO3 πάνω από 45-50 mEq/L συνήθως υποδηλώνουν μεταβολική αλκάλωση, αφού η χρόνια αναπνευστική οξέωση σπάνια προκαλεί τόσο σημαντική αντιρροπιστική αύξηση των HCO3.
2.7. Ηλεκτρολύτες και pH ούρων - Άλλες εργαστηριακές διαταραχές
Χαμηλά επίπεδα νατρίου και καλίου στα ούρα διαπιστώνονται σε ασθενείς με διαρροϊκές κενώσεις, ενώ υψηλά σε νεφροσωληναριακή οξέωση. Υψηλά επίπεδα νατρίου στα ούρα και χαμηλά καλίου είναι ενδεικτικά υποαλδοστερονισμού. Στη διαφορική διάγνωση της μεταβολικής οξέωσης με φυσιολογικό χάσμα ανιόντων ιδιαίτερη βοήθεια προσφέρει και η εκτίμηση του χάσματος ανιόντων των ούρων, που δίδεται από τη σχέση : Νa++Κ+-CI-. Με τον τρόπο αυτό γίνεται έμμεσος προσδιορισμός της αμμωνίας που εκκρίνεται στα ούρα. Προϋπόθεση για την εκτίμηση της παραμέτρου αυτής είναι τα ούρα να μη περιέχουν ασυνήθη ανιόντα (κετονικά σώματα) και η απέκκριση των HCO3 σ΄ αυτά να είναι χαμηλή. Αρνητικό χάσμα ανιόντων ούρων σημαίνει ότι τα CI- είναι περισσότερα από το άθροισμα των Na+ και K+ και υποδηλώνει την παρουσία σ΄ αυτά σημαντικών ποσοτήτων αμμωνίου (ένδειξη ότι δεν είναι επηρεασμένη η έκκριση αμμωνίου από τους νεφρούς).
Pulmonary Breath Sounds
Pulmonary Breath Sounds
Lung Sound *.Wav Files
Click On The Link To Hear The Introductory Message
Normal Breath Sounds
- A Trachial Breath Sound
The Tracheal Breath Sound has the following characteristics :
- An I:E Ratio : 1:1 with a pause in between inspiration & expiration
- Thoracic Geography : over the trachea on the throat
- Sound Characteristics : high pitched, tubular, hollow sound
- Indication : pneumonia, atelectasis, fluid infiltration
- A Bronchial Breath Sound
The Bronchial Breath Sound has the following characteristics :
- An I:E Ratio : 1:1 or 1:1 1/4 with a pause in between inspiration & expiration
- Thoracic Geography : over the manubrium of the sternum
- Sound Characteristics : high pitched, tubular, hollow sound
- Indication : pneumonia, atelectasis, fluid infiltration
- A Vesicular Breath Sound
The Vesicular Breath Sound has the following characteristics :
- An I:E Ratio : 1:0 or 1:1/4 with no pause in between inspiration & expiration
- Thoracic Geography : everywhere on the thoracic wall
- Sound Characteristics : low pitched, soft rustling sound
- Indication : pneumonia, atelectasis, fluid infiltration
- A Bronchovesicular Breath Sound
The Bronchovesicular Breath Sound has the following characteristics :
- An I:E Ratio : 1:1 or 1:1 1/4 with a pause in between inspiration & expiration
- Thoracic Geography : sternocostal margins, over the verbral column between the scapulae
- Sound Characteristics : high pitched, tubular, hollow sound
- Indication : pneumonia, atelectasis, fluid infiltration
Adventitious Sounds
- Fine Rales or Crackles
- Medium Rales or Crackles
- Course Rales or Crackles - Case # 1
- Course Rales or Crackles - Case # 2
Pleural Friction Rubs are created when the visceral and parietal pleurae become inflammed and roughened. The inflammed
membranes will stick together. As the therapist auscultates the chest wall, the rubbing together of the inflammed
membranes will cause the patient to experience pain and stop breathing - a maneuver called splinting. The pain is caused by the sticking together of the membranes and the pulling apart of those membranes with continued breathing.
Once the membranes slip past one another and break free from the sticking point, then the patient is pain-free and inhalation or exhalation can continue. The sound that a pleural friction rub makes is a leather-on-leather type of sound.
These sounds can be heard at the same points in the inhalatory and the exhalatory cycles.
- Pleural Friction Rub - Case # 1
- Pleural Friction Rub - Case # 2
The Death Rattle is an ominous sound that generally describes a patient with lungs that are filling up with fluid. The death rattle
is produced by passing air through secretions. It can generally be heard eminating from a patient without the use of a stethoscope. It often
can be heard from the hall as you pass the patient's room.
- Death Rattle
Stridor is a high pitched wheezing that is caused by the obstruction of the trachea either by inflammation or an object. Just enough air passes
the obstructed point to cause a high-pitched whining wheeze. In children, stridor is most frequently caused by croupe, a viral infection that causes the
tracheal membranes to swell to a near-closed position. The wheeze is produced much like a wind instrument produces sound through a
wooden reed. In children, croupe can be a life-threatening condition which can cause death if the trachea closes off to tightly. Other reasons why stridor is seen very often in
children is due to their propensity to inhale a toy into their trachea.
- Stridor - Case # 1 - Mild Early Stridor
- Stridor - Case # 2 - Advanced Severe Stridor
- Sonorous Rhonchus or Wheeze
Rhonchi or Wheezes appear in two varieties - a sibilant wheeze and a sonorous wheeze. The wheezes are considered to be central airway sounds caused by
air passing through mucus plugs in the upper divisions of the tracheobronchial tree. The sibilant wheeze is a high-pitched whining type of wheeze much like the sound that hump-back whales make as they migrate.
The sonorous wheeze is a snoring type of sound.
- Sibilant Rhonchus or Wheeze - Case # 1
- Sibilant Rhonchus or Wheeze - Case # 2
- Early Wheezes In An Asthmatic Patient
- Severe Sibilant Wheezes In An Asthmatic Patient
Rales or crackles is a sound that is a discontinuous sound that is like a milkshake being sucked up through a straw, or popcorn popping in a popcorn popper, or like aerial bombs going off on the 4th of July,
or the sound that you hear when burning wood crackles and pops in a fireplace. When fluid or mucus collects in the peripheral portions of the lung, the alveoli collapse and the walls of the alveoli stick together. Then,
when the patient attempts to inhale and creates a large negative, the alveolar walls are forced to pop open and the crackle or the popping sound is created. This is a sound heard during inspiration. If it is heard anywhere
on the chest wall, it is an ominous sound. It is indicative of a pneumonia or an atelectatic lung.
Vocal Sounds
- Egophony
Egophony is the Greek word for "Voice of the Goat". This sound is the "EEEEE" to "AAAAA" conversion that a person will make when
being asked to say "EEEEE" while the auscultator listens to the lungs which is heard by the auscultator as "AAAAA" through the stethoscope.
Whispered Pectoriloquy is the sound that is heard through the stethoscope by the auscultator when the patient whispers a word or a number. Normally,
whispered sounds are not heard through the chest wall. Because of fluid buildup in the alveolar regions of the lung, the whispered
sound can be heard distinctly.
- Whispered Pectoriloquy
Go To The Top Of Page
Or
Back To Your Home Page
Guidelines for the Early Management of Patients With Ischemic Stroke
Guidelines for the Early Management of Patients With Ischemic Stroke
2005 Guidelines Update A Scientific Statement From the Stroke Council of the American Heart Association/American Stroke Association
Harold Adams, MD, FAHA; Robert Adams, MS, MD, FAHA; Gregory Del Zoppo, MD, MS, FAHA Larry B. Goldstein, MD, FAHA
Key Words: AHA/ASA Scientific Statements • stroke • thrombolytic therapy • anticoagulation • evaluation
This article serves as an update of "Guidelines for the Early Management of Patients With Ischemic Stroke," published in Stroke in 2003 (http://stroke.ahajournals.org/cgi/content/full/34/4/1056). This update is intended to reflect advances in the field since the publication of the full guidelines. See Tables 1 and 2, reprinted in this article from the 2003 document, for explanations of grade (strength of recommendation).
Brain Imaging
CT remains the most widely used neuroimaging technique for the evaluation of patients with suspected acute ischemic stroke. Quantitative CT-based scoring systems (eg, the Alberta Stroke Program Early CT Score [ASPECTS]) are useful for identifying patients who are unlikely to recover fully despite thrombolytic therapy.1 Substantial agreement between the ASPECTS rating performed in real time and the score obtained later by an expert can be achieved when used by an experienced reader, but correlations are not perfect (weighted 0.69, 95% CI 0.59 to 0.79).2 This scoring system has not been assessed in general clinical practice and is limited to use in patients with infarctions suspected to be in the distribution of the middle cerebral artery. In addition, advances in CT technology, including the development of CT angiography and perfusion studies, may affect future recommendations about the use of CT in the evaluation of patients with suspected stroke.
MRI techniques also are used widely in the assessment of patients with suspected stroke or transient ischemic attack (TIA). For example, a retrospective analysis of patients having diffusion-weighted MRI studies within 3 days of TIA demonstrated relevant abnormalities in 21% of cases.3 Changes in 44% of cases are detected by T2-weighted or fluid attenuation inversion recovery MRI studies.
A scientific statement authored by a panel of the American Heart Association focused on perfusion imaging in the setting of acute ischemic stroke was published simultaneously with the original 2003 ischemic stroke guidelines.4 Information about the advantages and disadvantages of each imaging technique is included in the statement. The panel concluded that more comparison testing of the different techniques is needed to determine their relative abilities to differentiate tissues having normal perfusion and reversible or irreversible ischemic injury. Clinical trials must determine whether perfusion data help forecast outcomes after stroke and the ability to triage patients to specific interventions.
The 2003 ischemic stroke guidelines indicated that additional research was needed to determine the utility of MRI as a substitute for CT among patients with suspected acute stroke because detection of acute intracerebral hemorrhage via MRI had not been fully validated. A study addressing this need has been reported. In comparison with CT, MRI detected intracranial bleeding with 100% sensitivity and 100% accuracy, as identified by 3 experienced readers. Three medical students also interpreted the studies with a sensitivity of 95%. Additional studies have produced similar results.5,6 These results suggest that MRI may replace CT in the initial screening for hemorrhage among patients with suspected stroke. Additional experience for detection in the acute setting in real time and outside specialized academic centers in the United States is needed. Besides its utility in the diagnosis of acute brain ischemia, MRI also may help in identifying patients with previous microhemorrhages that could be associated with an increased risk of bleeding secondary to thrombolysis.7,8
MRI with susceptibility-weighted imaging may be useful in detecting areas of hemorrhage after intraarterial thrombolysis in situations in which CT findings could be equivocal because of residual contrast staining.9 The importance of this finding needs clarification. Prospective studies are needed to determine whether the findings of susceptibility-weighted MRI affect either prognosis or treatment.
Brain imaging is required to guide the selection of acute interventions to treat patients with stroke (grade A, no change from 2003). For most cases and at most institutions, CT remains the most important brain imaging test; however, new studies suggest that MRI also may be used to detect acute intracerebral hemorrhage and that it could be an alternative to CT. Additional studies are under way. There is general agreement that perfusion and diffusion-weighted MRI may be helpful in diagnosing and treating patients with acute stroke under some circumstances, but logistical issues, including the availability of the equipment and the presence of physicians with expertise in interpreting the tests, limit the use of MRI. At present, no data are available to show that MRI is superior to CT for selecting patients who could be treated with intravenous recombinant tissue plasminogen activator (rtPA). The use of MRI outside the setting of clinical research studies should not delay treatment of a patient who is otherwise eligible for treatment with intravenous rtPA (grade B, no change from 2003).
Treatment of Arterial Hypertension
The treatment of arterial hypertension immediately after stroke is problematic, as stated in the 2003 guidelines. Since then, a placebo-controlled phase II safety trial tested the utility of candesartan administered from day 1 to hypertensive patients with acute ischemic stroke.10 At 12 months, patients treated with candesartan had improved survival and few subsequent vascular events. No differences in blood pressure values were noted, however, and the effects on the outcome of the stroke are not described. This preliminary observation must be confirmed by a larger clinical trial.
Pharmacological (Intravenous or Intraarterial) Thrombolysis
Symptomatic hemorrhagic transformation of the infarction remains the primary concern with the administration of intravenous rtPA in the treatment of acute ischemic stroke.11 A recent pooled analysis of several trials of rtPA confirms that symptomatic hemorrhagic transformation is the primary complication of acute treatment with rtPA.12 A meta-analysis of the postmarketing open-label studies demonstrates that the risk of hemorrhage is 5.2%.13 A subsequent report by the same group demonstrated a marked decline in major bleeding complications when the guidelines were followed.14 Schmulling et al15 found that previous use of aspirin does not increase the risk of symptomatic intracranial bleeding after the administration of rtPA. The studies show that rtPA can be given with an acceptable margin of safety in a community setting when the guidelines for selection and treatment of patients are followed.13
Hill et al16 reported orolingual angioedema in 9 of 176 patients treated with intravenous rtPA. In most cases, the findings were mild, transient, and contralateral to the involved cerebral hemisphere. They noted that the likelihood was increased among patients who were taking angiotensin-converting enzyme inhibitors and among those who had evidence of ischemia in the frontal cortex and insula on CT. Other cases of more severe edema of the throat and mouth also have been described.17–19 Although the previous use of angiotensin-converting enzyme inhibitors is not a contraindication for the administration of rtPA, physicians should be aware of this potential complication. Presumably, medications used to treat angioedema would be indicated to treat a severely affected patient.
A recent report offered a pooled analysis of data from several clinical trials of rtPA.12 The data from each of these trials have been reported independently. Although the trials used different definitions of outcomes, the combined analysis applied definitions used in the National Institute of Neurological Disorders and Stroke trials (eg, no or minimal disability at 3 months as measured by modified Rankin Scale, the Barthel Index, and the National Institutes of Health [NIH] Stroke Scale) plus a global statistical test. The lower 95% confidence limit for the adjusted odds ratio for a favorable outcome crossed unity at 4.5 hours from symptom onset. This finding suggests that some patients may benefit from treatment beyond the current 3-hour window; however, additional information is necessary to move the maximal time window to 4.5 hours in the guidelines. Ongoing studies are evaluating the potential utility of rtPA given >3 hours after the onset of stroke.
Hsia et al20 found that the subtypes of ischemic stroke do not influence responses to treatment with rtPA. This finding implies that the determination of the subtype of stroke (eg, cardioembolism, large artery atherosclerosis, or small artery occlusion) is not a prerequisite for the administration of rtPA.
Intraarterial administration of thrombolytic agents has considerable appeal.21 A review of the available data shows that intraarterial thrombolysis is associated with a reduction in mortality and an improvement in favorable outcomes after a stroke, but it is also associated with an increased risk of hemorrhagic complications.22 Additional studies have been published since the development of the 2003 guidelines. In general, the results are similar to those published previously.23–26 Studies testing the utility of intraarterial thrombolysis are ongoing. Recommendations for the design and organization of such trials were published recently.27 At present, no evidence is available to show that intraarterial thrombolysis is superior to intravenous treatment. Therapy should not be withheld from patients who are eligible for treatment with intravenous thrombolysis so that medications can be administered intraarterially, except in the setting of a comparative research clinical trial.
The combination of administering intravenous therapy and then intraarterial therapy is being tested. This strategy could allow for early treatment of stroke with intravenous medication while the resources to deliver intraarterial therapy are organized.21,28,29 Additional reports that have become available since the 2003 guidelines reflect mixed results.30,31 Clinical trials testing the utility of the combination of intravenous and intraarterial therapy are in progress, and additional data are needed to support a recommendation for combination treatment.
Using transcranial Doppler ultrasonography, Alexandrov and Grotta32 found that approximately one third of patients develop reocclusion of the artery after intravenous thrombolysis. Patients with partial recanalization were the most likely to experience reocclusion and poorer neurological outcomes. These results are stimulating research on adjunctive antithrombotic therapies that help maintain arterial patency. Among the interventions are anticoagulants and rapidly acting parenterally administered antiplatelet agents.15,33–36 Although preliminary results are promising, experience is limited. Additional data are needed before changing the current recommendations to withhold adjunctive antithrombotic therapy for the first 24 hours after administration of rtPA.
Because of the current time requirements for the administration of rtPA, all aspects of the healthcare system must respond with a sense of urgency. Community-wide stroke programs are increasing the number of patients that can be treated.37–39 Delays within the hospital emergency department also need to be addressed.39 Telemedicine and emergency air transportation are among the ways to speed the treatment of patients with acute stroke.40,41
Novel thrombolytic agents such as desmotoplase, reteplase, and tenecteplase are being evaluated, but prospective data comparing these drugs with intravenous rtPA are few. Although experience is limited, thrombolytic agents have been given successfully to children with acute ischemic stroke.42
Recommendations
The recommendation for the intravenous administration of rtPA within 3 hours of onset of stroke in carefully selected patients should not be changed (grade A, no change from 2003). The evidence is strong that all delays in treating patients should be avoided (grade A, new recommendation). Although intraarterial thrombolysis alone or in combination with intravenous thrombolysis holds great promise, the use of these approaches is preferable in the setting of randomized clinical trials. A correction is needed in Table 7 of the 2003 Guidelines. Patients with an INR level of 1.7 or below can be treated with rtPA.
View this table:
[in this window]
[in a new window]
TABLE 7. Characteristics of Patients With Ischemic Stroke Who Could Be Treated With rtPA
Anticoagulants
Current data do not provide evidence in support of the efficacy of early anticoagulation in improving outcomes after acute ischemic stroke.43 The recommendations of the 2003 guidelines are in agreement with other statements indicating that most stroke patients do not need emergency administration of anticoagulants.44–46 Despite the lack of supporting data, anticoagulants are still given frequently.47
A preliminary clinical study of argatroban has been completed and the agent was deemed to be safe.48 Burak et al49 administered enoxaparin to 8 children with stroke and concluded that the low-molecular-weight heparin was a safe and effective alternative to heparin for children. Anticoagulants also are being explored as an adjunct to thrombolytic therapy.15 Although the preponderance of past acute anticoagulation trials has failed to show a benefit, newer clinical trials testing heparin and other anticoagulants continue.
Recommendations
No data are available to support changing the recommendations about the use of anticoagulants in the urgent treatment of patients with acute ischemic stroke.
Antiplatelet Aggregating Agents
Since the publication of the 2003 guidelines, Roden-Jullig et al50 have reported the results of a placebo-controlled trial of aspirin (325 mg/day) for the treatment of patients with stroke. The trial enrolled 441 patients (220 took aspirin) within 48 hours of the onset of stroke. Patients were treated for 5 days; no significant reduction in the rate of neurological worsening was noted. No differences in outcomes were noted at 3 months. This study was underpowered to detect the mild beneficial effects of aspirin identified in earlier megatrials. A small study found that the combination of aspirin and a low-molecular-weight heparin did not improve outcomes after stroke.51
Other rapidly acting antiplatelet agents are being evaluated for their usefulness in treating patients with stroke. These agents are being administered as a monotherapy or in combination with thrombolysis.33–36 In a placebo-controlled study, abciximab was administered within 6 hours of the onset of stroke. The results have been presented in abstract form and are apparently promising but have not been published.
Recommendations
Although the new data do not change the recommendation that most patients should receive aspirin within 48 hours of stroke, the data also support the conclusion that the effects of aspirin are modest (grade A, no change from 2003). Aspirin should not be considered as an alternative to intravenous thrombolysis or acute therapies aimed at improving outcomes after stroke. Additional research on abciximab or other rapidly acting antiplatelet agents is needed before any recommendation about their use can be made.
Volume Expansion and Drug-Induced Hypertension
Medical measures to improve cerebral blood flow are being evaluated. In addition to its ability to improve flow to the ischemic region, albumin may have neuroprotective effects and is being tested. In a pilot study, Hillis et al52 found that drug-induced hypertension can improve blood flow and lessen the neurological consequences of stroke. This regimen has been used to treat patients with vasospasm after subarachnoid hemorrhage. Although drug-induced hypertension holds promise, this therapy may be associated with an increased risk of brain edema, hypertensive encephalopathy, or hemorrhagic transformation of the infarction. Additional vasopressor-related complications may include cardiac ischemia or arrhythmias. The intervention also may require admission to an intensive care unit and close monitoring. Further testing of drug-induced hypertension is in progress.
Recommendations
At present, drug-induced hypertension cannot be recommended for the treatment of most patients with ischemic stroke (grade A, new recommendation).
Surgical and Endovascular Procedures
Gay et al53 successfully performed carotid endarterectomy in 21 patients with acute ischemic symptoms. In another study of 67 patients, emergency carotid endarterectomy achieved recanalization in all but 5 cases.54 The patients who were selected for surgery had normal preoperative flow in the middle cerebral artery. The aim was to avoid performing surgery on the internal carotid artery if an ipsilateral embolic occlusion of the middle cerebral artery had already occurred. Another study found that the presence of a diffusion/perfusion mismatch could be used to help select patients for surgery.55
Endovascular and adjunctive mechanical thrombolytic methods include lasers, intraarterial suction devices, snares, angioplasty, and clot-retrieval devices.56,57 In some cases, these devices have been used in conjunction with pharmacological thrombolysis.58 In addition, therapeutic ultrasonography has been used to help break fibrin monomers, dissolve thrombi, and improve recanalization.59,60 Although these preliminary reports suggest that mechanical thrombolysis has great potential for the treatment of patients with acute ischemic stroke, these procedures have not been tested sufficiently to make any recommendation about their use.
Recommendations
At present, none of the methods of mechanical thrombolysis has been adequately tested to draw conclusions about efficacy. These interventions cannot be recommended outside the setting of clinical trials (grade A, no change from 2003).
Neuroprotective Agents
The last full guideline statement reviewed the results of several clinical trials that tested putative neuroprotective agents. No agent had demonstrated clinical benefit. Since the publication of the guidelines, the results of the IMAGES (Intravenous Magnesium Efficacy in Stroke) study have been reported.61 No overall difference in outcomes was noted between patients given magnesium and patients given placebo when the medication was administered within 12 hours of the onset of stroke; however, only 3% of the patients were enrolled within 3 hours of the onset of symptoms. Another trial of magnesium is under way62; in this trial, the medication is initiated while the patient is being transported to the hospital.
Citicoline is another putative neuroprotective agent that has been studied extensively. Although no significant benefit was associated with use of citicoline based on the primary, predetermined end points of any of the stroke trials, Davalos et al performed a meta-analysis of individual patient data.63 The analysis tested the hypothesis of whether 6 weeks of treatment with oral citicoline would improve outcomes at 3 months. Data from patients receiving various doses of citicoline or placebo who were enrolled in 4 clinical trials were analyzed. Only patients with compatible neuroimaging results, a moderate-to-severe neurological deficit (NIH Stroke Scale score 8), and a prestroke modified Rankin Scale score of 0 or 1 were included. Recovery was assessed on the basis of a global estimate of effect on the modified Rankin Scale, NIH Stroke Scale, and the Barthel Index. Recovery at 3 months was found in 25.2% of citicoline-treated patients versus 20.2% of placebo-treated patients (P=0.0034). The data for this exploratory, post hoc analysis were obtained from a highly selected group of patients. Of particular concern is that none of the individual clinical trials, which were the source of the data, was able to find a benefit from treatment with citicoline. Thus, additional research is needed to substantiate these results.
Recommendations
At present, no agent with putative neuroprotective effects can be recommended for the treatment of patients with acute ischemic stroke (grade A, no change from 2003).
Nutrition and Hydration
In a randomized trial, the FOOD (Feed Or Ordinary Diet) Trial Collaboration is testing the utility of several feeding strategies including oral supplementation, early versus delayed nasogastric tube feeding, and nasogastric versus percutaneous endoscopic gastrostomy feeding. A preliminary report based on 3012 patients indicates that poor baseline nutritional status is associated with worse outcomes at 6 months.64 Although weakened, this relationship persists after adjustment for other factors including the patient’s age, prestroke functional level, living conditions, and severity of stroke. A poor nutritional status was associated with an increased risk of infections including pneumonia, gastrointestinal bleeding, and pressure sores. Data about the effectiveness of specific therapies aimed at improving nutrition are not yet available. Still, these data provide a strong rationale for assessment of the patient’s nutritional status at the time of admission. In addition, measures should be implemented to maintain or improve the nutritional status of all patients with recent stroke.
Recommendations
Assessment of the patient’s baseline nutritional status and institution of measures to correct any major nutritional problems are recommended (grade C, new recommendation).
Hypothermia
Small preliminary clinical studies suggest that hypothermia may be feasible and beneficial for treatment of acute stroke.65–68 Two important articles in the New England Journal of Medicine showed significant benefits for hypothermia in cardiac arrest survivors.69,70 Hypothermia for acute stroke is a promising area for development, but data are insufficient to recommend it.
Table 6
Table 6 of the 2003 Guidelines has been updated with the table on page 920. The 2003 Guidelines online now show this update, and the table is being printed here for reference.
View this table:
[in this window]
[in a new window]
TABLE 6. Approach to Elevated Blood Pressure in Acute Ischemic Stroke
View this table:
[in this window]
[in a new window]
Disclosure
Footnotes
The American Heart Association makes every effort to avoid any actual or potential conflicts of interest that may arise as a result of an outside relationship or a personal, professional, or business interest of a member of the writing panel. Specifically, all members of the writing group are required to complete and submit a Disclosure Questionnaire showing all such relationships that might be perceived as real or potential conflicts of interest.
This statement was approved by the American Heart Association Science Advisory and Coordinating Committee on January 19, 2005. A single reprint is available by calling 800-242-8721 (US only) or writing the American Heart Association, Public Information, 7272 Greenville Ave, Dallas, TX 75231-4596. Ask for reprint No. 71-0317. To purchase additional reprints: up to 999 copies, call 800-611-6083 (US only) or fax 413-665-2671; 1000 or more copies, call 410-528-4121, fax 410-528-4264, or e-mail kgray@lww.com. To make photocopies for personal or educational use, call the Copyright Clearance Center, 978-750-8400.
Expert peer review of AHA Scientific Statements is conducted at the AHA National Center. For more on AHA statements and guidelines development, visit http://www.americanheart.org/presenter.jhtml?identifier=3023366.
References
1. Barber PA, Demchuk AM, Zhang J, Buchan AM. Validity and reliability of a quantitative computed tomography score in predicting outcome of hyperacute stroke before thrombolytic therapy. ASPECTS Study Group. Alberta Stroke Programme Early CT Score. Lancet. 2000; 355: 1670–1674.[CrossRef][Medline] [Order article via Infotrieve]
2. Coutts SB, Demchuck AM, Barber PA, Hu WY, Simon JE, Buchan AM, Hill MD; VISION Study Group. Interobserver variation of ASPECTS in real time. Stroke. 2004; 35: e103–e105.[Abstract/Free Full Text]
3. Crisostomo RA, Garcia MM, Tong DC. Detection of diffusion-weighted MRI abnormalities in patients with transient ischemic attack: correlation with clinical characteristics. Stroke. 2003; 34: 932–937.[Abstract/Free Full Text]
4. Latchaw RE, Yonas H, Hunter GJ, Yuh WT, Ueda T, Sorensen AG, Sunshine JL, Biller J, Wechsler L, Higashida R, Hademenos G; Council on Cardiovascular Radiology of the American Heart Association. Guidelines and recommendations for perfusion imaging in cerebral ischemia: a scientific statement for healthcare professionals by the writing group on perfusion imaging, from the Council on Cardiovascular Radiology of the American Heart Association. Stroke. 2003; 34: 1084–1104.[Free Full Text]
5. Kidwell CS, Chalea JA, Saver JL, Davis SM, Warach S. Hemorrhage early MRI evaluation (HEME) study: preliminary results of a multicenter trial of neuroimaging in patients with acute stroke symptoms within 6 hours of onset. Hemorrhage early MRI evaluation (HEME) study. Stroke. 2003; 34: 239.Abstract.
6. Chalea JA, Latour LL, Jeggeries N, Warach S. Hemorrhage and early MRI evaluation from the emergency room (HEME-ER): a prospective, single center comparison of MRI to CT for the emergency diagnosis of intracerebral hemorrhage in patients with suspected cerebrovascular disease. Stroke. 2003; 34: 239–240.Abstract.
7. Kidwell CS, Saver JL, Villablanca JP, Duckwiler G, Fredieu A, Gough K, Leary MC, Starkman S, Gobin YP, Jahan R, Vespa P, Liebeskind DS, Alger JR, Vinuela F. Magnetic resonance imaging detection of microbleeds before thrombolysis: an emerging application. Stroke. 2002; 33: 95–98.[Abstract/Free Full Text]
8. Fiebach JB, Schellinger PD, Gass A, Kucinski T, Siebler M, Villringer A, Olkers P, Hirsch JG, Heiland S, Wilde P, Jansen O, Rother J, Hacke W, Sartor K; Kompetenznetzwerk Schlaganfall B5. Stroke magnetic resonance imaging is accurate in hyperacute intracerebral hemorrhage: a multicenter study on the validity of stroke imaging. Stroke. 2004; 35: 502–506.[Abstract/Free Full Text]
9. Greer DM, Koroshetz WJ, Cullen S, Gonzalez RG, Lev MH. Magnetic resonance imaging improves detection of intracerebral hemorrhage over computed tomography after intra-arterial thrombolysis. Stroke. 2004; 35: 491–495.[Abstract/Free Full Text]
10. Schrader J, Luders S, Kulschewski A, Berger J, Zidek W, Treib J, Einhaupl K, Diener HC, Dominiak P; Acute Candesartan Cilexetil Therapy in Stroke Survivors Study Group. The ACCESS Study: evaluation of Acute Candesartan Cilexetil Therapy in Stroke Survivors. Stroke. 2003; 34: 1699–1703.[Abstract/Free Full Text]
11. Wardlaw JM, Zoppo G, Yamaguchi T, Berge E. Thrombolysis for acute ischaemic stroke. Cochrane Database Syst Rev. 2003; CD000213.
12. Hacke W, Donnan G, Fieschi C, Kaste M, von Kummer R, Broderick JP, Brott T, Frankel M, Grotta JC, Haley EC Jr, Kwiatkowski T, Levine SR, Lewandowski C, Lu M, Lyden P, Marler JR, Patel S, Tilley BC, Albers G, Bluhmki E, Wilhelm M, Hamilton S; ATLANTIS Trials Investigators; ECASS Trials Investigators; NINDS rt-PA Study Group Investigators. Association of outcome with early stroke treatment: pooled analysis of ATLANTIS, ECASS, and NINDS rt-PA stroke trials. Lancet. 2004; 363: 768–774.[CrossRef][Medline] [Order article via Infotrieve]
13. Graham GD. Tissue plasminogen activator for acute ischemic stroke in clinical practice: a meta-analysis of safety data. Stroke. 2003; 34: 2847–2850.[Abstract/Free Full Text]
14. Katzan IL, Hammer MD, Furlan AJ, Hixson ED, Nadzam DM; Cleveland Clinic Health System Stroke Quality Improvement Team. Quality improvement and tissue-type plasminogen activator for acute ischemic stroke: a Cleveland update. Stroke. 2003; 34: 799–800.[Abstract/Free Full Text]
15. Schmulling S, Rudolf J, Strotmann-Tack T, Grond M, Schneweis S, Sobesky J, Thiel A, Heiss WD. Acetylsalicylic acid pretreatment, concomitant heparin therapy and the risk of early intracranial hemorrhage following systemic thrombolysis for acute ischemic stroke. Cerebrovasc Dis. 2003; 16: 183–190.[CrossRef][Medline] [Order article via Infotrieve]
16. Hill MD, Lye T, Moss H, Barber PA, Demchuk AM, Newcommon NJ, Green TL, Kenney C, Cole-Haskayne A, Buchan AM. Hemi-orolingual angioedema and ACE inhibition after alteplase treatment of stroke. Neurology. 2003; 60: 1525–1527.[Abstract/Free Full Text]
17. Rudolf J, Grond M, Prince WS, Schmulling S, Heiss WD. Evidence of anaphylaxy after alteplase infusion. Stroke. 1999; 30: 1142–1143.[Abstract/Free Full Text]
18. Pancioli A, Brott T, Donaldson V, Miller R. Asymmetric angioneurotic edema associated with thrombolysis for acute stroke. Ann Emerg Med. 1997; 30: 227–229.[CrossRef][Medline] [Order article via Infotrieve]
19. Rudolf J, Grond M, Schmulling S, Neveling M, Heiss W. Orolingual angioneurotic edema following therapy of acute ischemic stroke with alteplase. Neurology. 2000; 55: 599–600.[Free Full Text]
20. Hsia AW, Sachdev HS, Tomlinson J, Hamilton SA, Tong DC. Efficacy of IV tissue plasminogen activator in acute stroke: does stroke subtype really matter? Neurology. 2003; 61: 71–75.[Abstract/Free Full Text]
21. Furlan A. Intra-arterial thrombolysis for acute stroke. Cleve Clin J Med. 2004; 71: S31–S38.[Free Full Text]
22. Lisboa R, Jovanovic B, Alberts MJ. Analysis of the safety and efficacy of intra-arterial thrombolytic therapy in ischemic stroke. Stroke. 2002; 33: 2866–2871.[Abstract/Free Full Text]
23. Linfante I, Llinas RH, Selim M, Chaves C, Kumar S, Parker RA, Caplan LR, Schlaug G. Clinical and vascular outcome in internal carotid artery versus middle cerebral artery occlusions after intravenous tissue plasminogen activator. Stroke. 2002; 33: 2066–2071.[Abstract/Free Full Text]
24. Eckert B, Kucinski T, Neumaier-Probst E, Fiehler J, Röther J, Zeumer H. Local intra-arterial fibrinolysis in acute hemispheric stroke: effect of occlusion type and fibrinolytic agent on recanalization success and neurological outcome. Cerebrovasc Dis. 2003; 15: 258–263.[CrossRef][Medline] [Order article via Infotrieve]
25. Ogasawara K, Ogawa A, Yoshimoto T. Cerebrovascular reactivity to acetazolamide and outcome in patients with symptomatic internal carotid or middle cerebral artery occlusion: a xenon-133 single-photon emission computed tomography study. Stroke. 2002; 33: 1857–1862.[Abstract/Free Full Text]
26. Arnold M, Schroth G, Nedeltchev K, Loher T, Remonda L, Stepper F, Sturzenegger M, Mattle HP. Intra-arterial thrombolysis in 100 patients with acute stroke due to middle cerebral artery occlusion. Stroke. 2002; 33: 1828–1833.[Abstract/Free Full Text]
27. Higashida RT, Furlan AJ, Roberts H, Tomsick T, Connors B, Barr J, Dillon W, Warach S, Broderick J, Tilley B, Sacks D; Technology Assessment Committee of the American Society of Interventional and Therapeutic Neuroradiology; Technology Assessment Committee of the Society of Interventional Radiology. Trial design and reporting standards for intra-arterial cerebral thrombolysis for acute ischemic stroke. Stroke. 2003; 34: e109–e127.[CrossRef][Medline] [Order article via Infotrieve]
28. Hill MD, Barber PA, Demchuk AM, Newcommon NJ, Cole-Haskayne A, Ryckborst K, Sopher L, Button A, Hu W, Hudon ME, Morrish W, Frayne R, Sevick RJ, Buchan AM. Acute intravenous–intra-arterial revascularization therapy for severe ischemic stroke. Stroke. 2002; 33: 279–282.[Abstract/Free Full Text]
29. Qureshi AI. Endovascular treatment of cerebrovascular diseases and intracranial neoplasms. Lancet. 2004; 363: 804–813.[CrossRef][Medline] [Order article via Infotrieve]
30. Suarez JI, Zaidat OO, Sunshine JL, Tarr R, Selman WR, Landis DM. Endovascular administration after intravenous infusion of thrombolytic agents for the treatment of patients with acute ischemic strokes. Neurosurgery. 2002; 50: 251–260.[CrossRef][Medline] [Order article via Infotrieve]
31. Zaidat OO, Suarez JI, Santillan C, Sunshine JL, Tarr RW, Paras VH, Selman WR, Landis DM. Response to intra-arterial and combined intravenous and intra-arterial thrombolytic therapy in patients with distal internal carotid artery occlusion. Stroke. 2002; 33: 1821–1826.[Abstract/Free Full Text]
32. Alexandrov AV, Grotta JC. Arterial reocclusion in stroke patients treated with intravenous tissue plasminogen activator. Neurology. 2002; 59: 862–867.[Abstract/Free Full Text]
33. Morris DC, Silver B, Mitsias P, Lewandowski C, Patel S, Daley S, Zhang ZG, Lu M. Treatment of acute stroke with recombinant tissue plasminogen activator and abciximab. Acad Emerg Med. 2003; 10: 1396–1399.[CrossRef][Medline] [Order article via Infotrieve]
34. Staub S, Junghans U, Jovanovic V, Wittsack HJ, Seitz RJ, Siebler M. Systematic thrombolysis with recombinant tissue plasminogen activator and tirofiban in acute middle cerebral artery occlusion. Stroke. 2004; 35: 705–709.[Abstract/Free Full Text]
35. Lee DH, Jo KD, Kim HG, Choi SJ, Jung SM, Ryu DS, Park MS. Local intra-arterial urokinase thrombolysis of acute ischemic stroke with or without intravenous abciximab: a pilot study. J Vasc Interv Radiol. 2002; 13: 769–774.[Medline] [Order article via Infotrieve]
36. Kwon OK, Lee KJ, Han MH, Oh CW, Han DH, Koh YC. Intraarterially administered abciximab as an adjuvant thrombolytic therapy: report of three cases. Am J Neuroradiol. 2002; 23: 447–451.[Abstract/Free Full Text]
37. Katzan IL, Graber TM, Furlan AJ, Sundararajan S, Sila CA, Houser G, Landis DM. Cuyahoga County Operation Stroke speed of emergency department evaluation and compliance with National Institutes of Neurological disorders and stroke time targets. Stroke. 2003; 34: 994–998.[Abstract/Free Full Text]
38. Wojner AW, Morgenstern L, Alexandrov AV, Rodriguez D, Persse D, Grotta JC. Paramedic and emergency department care of stroke: baseline data from a citywide performance improvement study. Am J Crit Care. 2003; 12: 411–417.[Abstract/Free Full Text]
39. Nedeltchev K, Arnold M, Brekenfeld C, Isenegger J, Remonda L, Schroth G, Mattle HP. Pre- and in-hospital delays from stroke onset to intra-arterial thrombolysis. Stroke. 2003; 34: 1230–1234.[Abstract/Free Full Text]
40. Silliman SL, Quinn B, Huggett V, Merino JG. Use of a field-to-stroke center helicopter transport program to extend thrombolytic therapy to rural residents. Stroke. 2003; 34: 729–733.[Abstract/Free Full Text]
41. LaMonte MP, Bahouth MN, Hu P, Pathan MY, Yarbrough KL, Gunawardane R, Crarey P, Page W. Telemedicine for acute stroke: triumphs and pitfalls. Stroke. 2003; 34: 725–728.[Abstract/Free Full Text]
42. Nowak-Göttl U, Straeter R, Sebire G, Kirkham F. Antithrombotic drug treatment of pediatric patients with ischemic stroke. Paediatr Drugs. 2003; 5: 167–175.[Medline] [Order article via Infotrieve]
43. Adams HP Jr. Emergent use of anticoagulation for treatment of patients with ischemic stroke. Stroke. 2002; 33: 856–861.[Abstract/Free Full Text]
44. Albers GW, Amarenco P, Easton JD, Sacco RL, Teal P. Antithrombotic and thrombolytic therapy for ischemic stroke. Chest. 2001; 119: 300S–320S.[CrossRef][Medline] [Order article via Infotrieve]
45. Coull BM, Williams LS, Goldstein LB, Meschia JF, Heitzman D, Chaturvedi S, Johnston KC, Starkman S, Morgenstern LB, Wilterdink JL, Levine SR, Saver JL; American Academy of Neurology; American Stroke Association. Anticoagulants and antiplatelet agents in acute ischemic stroke: report of the Joint Stroke Guideline Development Committee of the American Academy of Neurology and the American Stroke Association (a division of the American Heart Association). Neurology. 2002; 59: 13–22.[Free Full Text]
46. Sherman DG. Antithrombotic and hypofibrinogenetic therapy in acute ischemic stroke: what is the next step? Cerebrovasc Dis. 2004; 17: 138–143.[CrossRef][Medline] [Order article via Infotrieve]
47. Al-Sadat A, Sunbulli M, Chaturvedi S. Use of intravenous heparin by North American neurologists: do the data matter? Stroke. 2002; 33: 1574–1577.[Abstract/Free Full Text]
48. LaMonte MP, Nash ML, Wang DZ, Woolfenden AR, Schultz J, Hursting MJ, Brown PM; ARGIS-1 Investigators. Argatroban anticoagulation in patients with acute ischemic stroke (ARGIS-1): a randomized, placebo-controlled safety study. Stroke. 2004; 35: 1677–1682.[Abstract/Free Full Text]
49. Burak CR, Bowen MD, Barron TF. The use of enoxaparin in children with acute, nonhemorrhagic ischemic stroke. Pediatr Neurol. 2003; 29: 295–298.[CrossRef][Medline] [Order article via Infotrieve]
50. Roden-Jullig A, Britton M, Malmkvist K, Leijd B. Aspirin in the prevention of progressing stroke: a randomized controlled study. J Intern Med. 2003; 254: 584–590.[CrossRef][Medline] [Order article via Infotrieve]
51. Sarma GR, Roy AK. Nadroparin plus aspirin versus aspirin alone in the treatment of acute ischemic stroke. Neurol India. 2003; 51: 208–210.[Medline] [Order article via Infotrieve]
52. Hillis AE, Ulatowski JA, Barker PB, Torbey M, Ziai W, Beauchamp NJ, Oh S, Wityk RJ. A pilot randomized trial of induced blood pressure elevation: effects on function and focal perfusion in acute and subacute stroke. Cerebrovasc Dis. 2003; 16: 236–246.[CrossRef][Medline] [Order article via Infotrieve]
53. Gay JL, Curtil A, Buffiere S, Favre JP, Barral X. Urgent carotid artery repair: retrospective study of 21 cases. Ann Vasc Surg. 2002; 16: 401–406.[CrossRef][Medline] [Order article via Infotrieve]
54. Huber R, Muller BT, Seitz RJ, Siebler M, Modder U, Sandmann W. Carotid surgery in acute symptomatic patients. Eur J Vasc Endovasc Surg. 2003; 25: 60–67.[CrossRef][Medline] [Order article via Infotrieve]
55. Krishnamurthy S, Tong D, McNamara KP, Steinberg GK, Cockroft KM. Early carotid endarterectomy after ischemic stroke improves diffusion/perfusion mismatch resonance imaging: report of two cases. Neurosurgery. 2003; 52: 238–242.[Medline] [Order article via Infotrieve]
56. Leary MC, Saver JL, Gobin YP, Jahan R, Duckwiler GR, Vinuela F, Kidwell CS, Frazee J, Starkman S. Beyond tissue plasminogen activator: mechanical intervention in acute stroke. Ann Emerg Med. 2003; 41: 838–846.[CrossRef][Medline] [Order article via Infotrieve]
57. Lutsep HL, Clark WM, Nesbit GM, Kuether TA, Barnwell SL. Intraarterial suction thrombectomy in acute stroke. Am J Neuroradiol. 2002; 23: 783–786.[Abstract/Free Full Text]
58. Qureshi AI, Siddiqui AM, Suri MF, Kim SH, Ali Z, Yahia AM, Lopes DK, Boulos AS, Ringer AJ, Saad M, Guterman LR, Hopkins LN. Aggressive mechanical clot disruption and low-dose intra-arterial third-generation thrombolytic agent for ischemic stroke: a prospective study. Neurosurgery. 2002; 51: 1319–1329.[Medline] [Order article via Infotrieve]
59. Daffertshofer M, Hennerici M. Ultrasound in the treatment of ischaemic stroke. Lancet Neurol. 2003; 2: 283–290.[CrossRef][Medline] [Order article via Infotrieve]
60. Behrens S, Spengos K, Daffertshofer M, Schroeck H, Dempfle CE, Hennerici M. Transcranial ultrasound-improved thrombolysis: diagnostic vs. therapeutic ultrasound. Ultrasound Med Biol. 2001; 27: 1683–1689.[CrossRef][Medline] [Order article via Infotrieve]
61. Muir KW, Lees KR, Ford I, Davis S; Intravenous Magnesium Efficacy in Stroke (IMAGES) Study Investigators. Magnesium for acute stroke (Intravenous Magnesium Efficacy in Stroke trial): randomised controlled trial. Lancet. 2004; 363: 439–445.[CrossRef][Medline] [Order article via Infotrieve]
62. Saver JL, Kidwell CS, Eckstein M, Starkman S; FAST-MAG Pilot Trial Investigators. Prehospital neuroprotective therapy for acute stroke: results of the Field Administration of Stroke Therapy-Magnesium (FAST-MAG) pilot trial. Stroke. 2004; 35: e106–e108.[Abstract/Free Full Text]
63. Davalos A, Castillo J, Alvarez-Sabín J, Secades JJ, Mercadal J, Lopez S, Cobo E, Warach S, Sherman D, Clark WM, Lozano R. Oral citicoline in acute ischemic stroke: an individual patient data pooling analysis of clinical trials. Stroke. 2002; 33: 2850–2857.[Abstract/Free Full Text]
64. FOOD Trial Collaboration. Poor nutritional status on admission predicts poor outcome after stroke: observational data from the FOOD trial. Stroke. 2003; 34: 1450–1456.[Abstract/Free Full Text]
65. Hammer MD, Krieger DW. Acute ischemic stroke: is there a role for hypothermia? Cleve Clin J Med. 2002; 69: 770, 773–775, 776–777.
66. Hammer MD, Krieger DW. Hypothermia for acute ischemic stroke: not just another neuroprotectant. Neurologist. 2003; 9: 280–289.[CrossRef][Medline] [Order article via Infotrieve]
67. Kasner SE, Wein T, Piriyawat P, Villar-Cordova CE, Chalela JA, Krieger DW, Morgenstern LB, Kimmel SE, Grotta JC. Acetaminophen for altering body temperature in acute stroke: a randomized clinical trial. Stroke. 2002; 33: 130–134.[Abstract/Free Full Text]
68. Krieger DW, De Georgia MA, Abou-Chebl A, Andrefsky JC, Sila CA, Katzan IL, Mayberg MR, Furlan AJ. Cooling for acute ischemic brain damage (cool aid): an open pilot study of induced hypothermia in acute ischemic stroke. Stroke. 2001; 32: 1847–1854.[Abstract/Free Full Text]
69. Bernard SA, Gray TW, Buist MD, Jones BM, Silvester W, Gutteridge G, Smith K. Treatment of comatose survivors of out-of-hospital cardiac arrest with induced hypothermia. N Engl J Med. 2002; 346: 557–563.[CrossRef][Medline] [Order article via Infotrieve]
70. Hypothermia after Cardiac Arrest Study Group. Mild therapeutic hypothermia to improve the neurologic outcome after cardiac arrest. N Engl J Med. 2002; 346: 549–556.[CrossRef][Medline] [Order article via Infotrieve]
Previous version
Guidelines for the Early Management of Patients With Ischemic Stroke: A Scientific Statement From the Stroke Council of the American Stroke Association
Harold P. Adams, Jr, Robert J. Adams, Thomas Brott, Gregory J. del Zoppo, Anthony Furlan, Larry B. Goldstein, Robert L. Grubb, Randall Higashida, Chelsea Kidwell, Thomas G. Kwiatkowski, John R. Marler, and George J. Hademenos
Stroke 2003 34: 1056-1083. [Extract] [Full Text] [PDF]
Συστημικός Λύκος ερυθηματώδηςΛύκος ερυθηματώδης
Ταξινόμηση και εξωτερικοί πόροι
ICD-10 Λ93., Μ32.
ICD-9 710.0
OMIM 152700
DiseasesDB 12782
MedlinePlus 000435
eMedicine med/2228 emerg/564
Πλέγμα D008180
Συστημικός Λύκος ερυθηματώδης (SLE ή Λύκος) είναι ένας χρόνιος αυτοάνοση ασθένεια αυτός μπορεί να είναι μοιραίος, εν τούτοις με τις πρόσφατες ιατρικές προόδους, τα μοιραία περιστατικά γίνονται όλο και περισσότερο σπάνια. Όπως με άλλο αυτοάνοσες ασθένειες, ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στα κύτταρα του σώματος και τον ιστό, με συνέπεια την ανάφλεξη και τη ζημία ιστού. SLE μπορεί να έχει επιπτώσεις σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος, αλλά ο συχνότερα βλάπτει καρδιά, ενώσεις, δέρμα, πνεύμονες, σκάφη αίματος, συκώτι, νεφρά, και νευρικό σύστημα. Η πορεία της ασθένειας είναι απρόβλεπτη, με τις περιόδους ασθένειας (αποκαλούμενης φλόγες) που εναλλάσσεται με την απαλλαγή. Ο Λύκος μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, και είναι ο πιό κοινός στις γυναίκες, ιδιαίτερα της μη ευρωπαϊκής καθόδου.[1] Ο Λύκος είναι θεραπεύσιμος συμπτωματικά, κυρίως με corticosteroids και immunosuppressants, αν και δεν υπάρχει αυτήν την περίοδο καμία θεραπεία. Η επιβίωση στους ασθενείς με SLE στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, και την Ευρώπη είμαι περίπου 95% σε 5 έτη, 90% σε 10 έτη, και 78% σε 20 έτη.[2]Περιεχόμενο
1 Ταξινόμηση
2 Σημάδια και συμπτώματα
2.1 Συμπτώματα που εξηγούνται κοινά
3 Αιτίες
4 Παθοφυσιολογία
4.1 Ανωμαλίες στο apoptosis
5 Διάγνωση
5.1 Διαγνωστικά κριτήρια
5.1.1 Εναλλακτικά κριτήρια
5.2 Κοινός κάνει κακή διάγνωση
5.2.1 Porphyria
5.3 Κοινές διπλές διαγνώσεις
6 Επεξεργασία
6.1 Θεραπεία φαρμάκων
6.2 UVA1 phototherapy
6.3 Αλλαγές τρόπου ζωής
6.4 Έρευνα επεξεργασίας
7 Πρόληψη
7.1 Πρόληψη των περιπλοκών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης
7.2 Πρόγνωση
8 Επιδημιολογία
9 Ιστορία
9.1 Προέλευση «του Λύκου ερυθηματώδους»
10 Ξεχωριστοί ασθενείς
11 Δείτε επίσης
12 Αναφορές
13 Εξωτερικές συνδέσεις
Ταξινόμηση
Λύκος είναι ένας χρόνιος αυτοάνοση ασθένεια. Κλινικά, μπορεί να έχει επιπτώσεις στα πολλαπλάσια συστήματα οργάνων, συμπεριλαμβανομένης της καρδιάς, του δέρματος, των ενώσεων, των νεφρών, και του νευρικού συστήματος. Υπάρχουν διάφοροι τύποι Λύκων γενικά, όταν χρησιμοποιείται η λέξη «Λύκος» μόνο, αναφέρεται συστημικός Λύκος ερυθηματώδης ή SLE, όπως συζητείται σε αυτό το άρθρο. Άλλοι τύποι περιλαμβάνουν:
Φάρμακο-προκληθείς Λύκος ερυθηματώδης, μια φάρμακο-προκληθείσα μορφή του SLE αυτός ο τύπος Λύκου μπορεί να εμφανιστεί εξίσου για καθένα γένος.
Nephritis Λύκου, μια ανάφλεξη νεφρά προκαλούμενος από SLE.
Discoid Λύκος ερυθηματώδης, μια αναταραχή δερμάτων που προκαλεί μια κόκκινη, αυξημένη αναφυλαξία στο πρόσωπο και το κρανίο. Ο Discoid Λύκος περιστασιακά (1-5%) αναπτύσσεται σε SLE.[3]
Subacute δερματικός Λύκος ερυθηματώδης, το οποίο προκαλεί το nonscarring δέρμα τραύματα στα μπαλώματα του δέρματος που εκτίθενται στο φως του ήλιου.[4]
Neonatal Λύκος, μια σπάνια ασθένεια που έχει επιπτώσεις στα μωρά γεννημένα στις γυναίκες με SLE, Σύνδρομο Sjögren, ή μερικές φορές καμία αυτοάνοση αναταραχή. Θεωρητικολογείται ότι τα μητρικά αντισώματα επιτίθενται στο έμβρυο, προκαλώντας την αναφυλαξία δερμάτων προβλήματα συκωτιού χαμηλές αριθμήσεις αίματος, οι οποίες εξασθενίζουν βαθμιαία και καρδιακών αποκλεισμών, που οδηγεί βραδυκαρδία.[4]
Σημάδια και συμπτώματα
SLE είναι μια από διάφορες ασθένειες γνωστές ως «μεγάλοι μιμητές»[5] επειδή τα συμπτώματά του ποικίλλουν τόσο ευρέως, μιμείται συχνά ή είναι μπερδεμένο με άλλες ασθένειες και επειδή τα συμπτώματα έρχονται και πηγαίνουν απρόβλεπτα. Η διάγνωση μπορεί να είναι αόριστη, με τους ασθενείς που υφίστανται μερικές φορές τα ανεξήγητα συμπτώματα και μη επεξεργασμένο SLE για χρόνια. Οι κοινές αρχικές και χρόνιες καταγγελίες είναι πυρετός, δυσφορία, κοινοί πόνοι, myalgias, και κούραση. Επειδή τόσο συχνά βλέπουνε με άλλες ασθένειες, αυτά τα σημάδια και συμπτώματα δεν είναι μέρος των διαγνωστικών κριτηρίων για SLE. Κατά εμφάνιση από κοινού με άλλα σημάδια και συμπτώματα (δείτε κατωτέρω), εντούτοις, τη θεωρούνται υποδηλωτικός.
Συμπτώματα που εξηγούνται κοινά
Δερματολογικές εκδηλώσεις
Τόσο πολλοί όπως 30% των ασθενών παρόντων με μερικά δερματολογικά συμπτώματα (και 65% υφίστανται τέτοια συμπτώματα σε κάποιο βαθμό), με 30% σε 50% που πάσχει από τον κλασικό malar αναφυλαξία (ή αναφυλαξία πεταλούδων) συνδεμένος με την ασθένεια. Οι ασθενείς μπορούν να παρουσιάσουν με το discoid Λύκο (παχιά, κόκκινα φολιδωτά μπαλώματα στο δέρμα). Alopecia; στόμα, ρινικό, και κολπικό έλκη; και τα τραύματα στο δέρμα είναι επίσης πιθανές εκδηλώσεις.
Οστεο-μυικές εκδηλώσεις
Οι ασθενείς ο συχνότερα επιδιώκουν την ιατρική προσοχή για κοινός πόνος, με τις μικρές ενώσεις του χεριού και του καρπού επηρεασθε'ντων συνήθως, αν και όλες οι ενώσεις είναι σε κίνδυνο. Το ίδρυμα Λύκου της Αμερικής υπολογίζει ότι περισσότερα από 90 τοις εκατό θα δοκιμάσουν τον πόνο ενώσεων ή/και μυών κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της ασθένειάς τους.[6] Αντίθετα από rheumatoid αρθρίτιδα, η αρθρίτιδα Λύκου είναι λιγότερη να θέσει εκτός λειτουργίας και συνήθως δεν προκαλεί την αυστηρή καταστροφή των ενώσεων. Λιγότεροι από δέκα τοις εκατό των ανθρώπων με την αρθρίτιδα Λύκου θα αναπτύξουν τις παραμορφώσεις των χεριών και των ποδιών.[6]
Αιματολογικές εκδηλώσεις
Αναιμία και η ανεπάρκεια σιδήρου μπορεί να αναπτύξει μέσα τόσο πολλών όπως μισούς από τους ασθενείς. Χαμηλός αιμοπετάλιο και λευκό κύτταρο αίματος οι αριθμήσεις μπορούν να οφείλονται στην ασθένεια ή μια παρενέργεια της φαρμακολογικής θεραπείας. Οι ασθενείς μπορούν να έχουν μια ένωση με σύνδρομο αντισωμάτων αντιφωσφολιπιδίων (μια θρομβωτική αναταραχή) όπου τα αυτοαντισώματα στα φωσφολιπίδια είναι παρόντα στον ορό του ασθενή. Οι ανωμαλίες που συνδέονται με το σύνδρομο αντισωμάτων αντιφωσφολιπιδίων περιλαμβάνουν τον παράδοξο παρατεταμένο PTT (που εμφανίζεται συνήθως στις hemorrhagic αναταραχές) και μια θετική δοκιμή για τα αντισώματα αντιφωσφολιπιδίων ο συνδυασμός τέτοιων συμπερασμάτων έχει κερδίσει τον όρο «αντιπηκτικό Λύκου θετικός. «Ένα άλλο αυτοαντίσωμα που βρίσκει στο Λύκο είναι anticardiolipin αντίσωμα, το οποίο μπορεί να προκαλέσει μια ψευδοθετική δοκιμή για σύφιλη.
Καρδιακές εκδηλώσεις
Οι ασθενείς μπορούν να παρουσιάσουν με την ανάφλεξη των διάφορων μερών καρδιά, όπως pericarditis, myocarditis, και endocarditis. Endocarditis SLE είναι χαρακτηριστικά noninfective (Endocarditis libman-σάκων) και περιλαμβάνει καθενός μητροειδής βαλβίδα ή tricuspid βαλβίδα. Atherosclerosis επίσης τείνει να εμφανιστεί συχνότερα και πρόοδοι γρηγορότερα στους ασθενείς SLE απ'ό, τι στο γενικό πληθυσμό.[7][8][9]
Πνευμονικές εκδηλώσεις
Η ανάφλεξη πνευμόνων και υπεζωκότων μπορεί να προκαλέσει pleuritis, πλευρική διάχυση, πνευμονίτιδα Λύκου, χρόνια διάχυτη διάμεση πάθηση πνευμόνων, πνευμονική υπέρταση, πνευμονικά έμβολα, και πνευμονική αιμορραγία.
Ηπατική συμμετοχή
Δείτε αυτοάνοση ηπατίτιδα.
Νεφρική συμμετοχή
Ανώδυνος αιματουρία ή proteinuria μπορέστε συχνά να είστε το μόνο παρουσιάζοντας νεφρικό σύμπτωμα. Η οξεία ή χρόνια νεφρική εξασθένιση μπορεί να αναπτυχθεί με nephritis Λύκου, οδηγώντας στο οξύ ή στάδιο τελών νεφρική αποτυχία. Λόγω της πρόωρων αναγνώρισης και της διαχείρισης SLE, η σκηνική νεφρική αποτυχία τελών εμφανίζεται σε λιγότερο από 5% των ασθενών.
Ιστολογικά, μια σφραγίδα SLE είναι μεμβρανώδης glomerulonephritis με τις ανωμαλίες «βρόχων καλωδίων».[10] Αυτή η εύρεση οφείλεται στην απόθεση άνοσου συγκροτήματος κατά μήκος glomerular μεμβράνη υπογείων, οδηγώντας σε μια χαρακτηριστική κοκκώδη εμφάνιση μέσα ανοσοφθορισμός δοκιμή.
Νευρολογικές εκδηλώσεις
Περίπου 10% των ασθενών μπορεί να παρουσιάσει με συλλήψεις ή ψύχωση. Το ένα τρίτο μπορεί να εξετάσει το θετικό για τις ανωμαλίες εγκεφαλονωτιαί ρευστό.
Με κύτταρο Τ ανωμαλίες
Ανωμαλίες μέσα Με κύτταρο Τ- η σηματοδότηση συνδέεται με SLE, συμπεριλαμβανομένης μιας ανεπάρκειας μέσα CD45 φωσφατάση και αυξανόμενη έκφραση CD40 ligand.
Άλλες σπανιότερες εκδηλώσεις
Γαστρεντερίτιδα Λύκου, pancreatitis Λύκου, κυστίτιδα Λύκου, αυτοάνοσος ασθένεια εσωτερικών αυτιών, parasympathetic δυσλειτουργία, αμφιβληστροειδικό vasculitis, και συστημικό vasculitis.
Άλλες ανωμαλίες περιλαμβάνουν:
Αυξανόμενη έκφραση FcεRIγ, το οποίο αντικαθιστά το μερικές φορές ανεπαρκές TCR ζ αλυσίδα
Αυξανόμενο και συνεχές επίπεδο ασβεστίου μέσα Κύτταρα Τ
Συγκρατήστε την αύξηση inositol τριφωσφορικό άλας
Μείωση PKC phosphorylation
Μείωση Ras-Κινάση ΧΑΡΤΩΝ σηματοδότηση
Ανεπάρκειες μέσα πρωτεϊνική κινάση Μια δραστηριότητα Ι
Αιτίες
Μετάδοση
Σε SLE, το ανοσοποιητικό σύστημα του σώματος παράγει τα αντισώματα ενάντια σε το, ιδιαίτερα ενάντια στις πρωτεΐνες στον πυρήνα κυττάρων. SLE προκαλείται από τους περιβαλλοντικούς παράγοντες που είναι άγνωστοι (αλλά πιθανώς περιλάβετε τους ιούς) στους ανθρώπους με ορισμένους συνδυασμούς γονιδίων στο ανοσοποιητικό σύστημά τους.
«Όλα τα βασικά συστατικά του ανοσοποιητικού συστήματος περιλαμβάνονται στους ελλοχεύοντες μηχανισμούς» SLE, σύμφωνα με το Rahman, και SLE είναι η πρωτότυπη αυτοάνοση ασθένεια. Το ανοσοποιητικό σύστημα πρέπει να έχει μια ισορροπία (homeostasis) μεταξύ της ύπαρξης αρκετά ευαίσθητος να προστατεύσει από τη μόλυνση, και της ύπαρξης πάρα πολύ ευαίσθητος και να επιτεθεί στις πρωτεΐνες του σώματος (autoimmunity). Από μια εξελικτική προοπτική, σύμφωνα με τον κόρακα, ο πληθυσμός πρέπει να έχει αρκετή γενετική ποικιλομορφία για να προστατευθεί από ένα ευρύ φάσμα της πιθανής μόλυνσης κάποιο γενετικό αποτέλεσμα συνδυασμών autoimmunity. Οι πιθανές περιβαλλοντικές αιτίες περιλαμβάνουν το υπεριώδες φως, τα φάρμακα, και τους ιούς. Αυτά τα ερεθίσματα προκαλούν καταστροφή από τα κύτταρα και εκθέστε το DNA τους, histones, και άλλες πρωτεΐνες, ιδιαίτερα μέρη του πυρήνα κυττάρων. Λόγω των γενετικών παραλλαγών στα διαφορετικά συστατικά του ανοσοποιητικού συστήματος, σε μερικούς ανθρώπους το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται σε αυτές τις nuclear-related πρωτεΐνες και παράγει τα αντισώματα ενάντια σε τις. Τελικά, αυτά τα συγκροτήματα αντισωμάτων βλάπτουν τα σκάφη αίματος στις κρίσιμες περιοχές του σώματος, όπως glomeruli από το νεφρό αυτές οι επιθέσεις αντισωμάτων είναι η αιτία SLE. Οι ερευνητές προσδιορίζουν τώρα τα μεμονωμένα γονίδια, οι πρωτεΐνες που παράγουν, και ο ρόλος τους στο ανοσοποιητικό σύστημα. Κάθε πρωτεΐνη είναι μια σύνδεση στην αυτοάνοση αλυσίδα, και οι ερευνητές προσπαθούν να βρούν τα φάρμακα για να σπάσουν κάθε μιας από εκείνες τις συνδέσεις. [11][12][13]
SLE είναι ένα χρόνιο εμπρηστικός ασθένεια που θεωρείται α τύπος ΙΙΙ υπερευαισθησία απάντηση με τη δυνατότητα τύπος ΙΙ συμμετοχή.[14]
Γενετική
Ο πρώτος μηχανισμός μπορεί να προκύψει γενετικά. Η έρευνα δείχνει ότι SLE μπορεί να έχει το α γενετικός σύνδεση. Ο Λύκος τρέχει στις οικογένειες, αλλά κανένα «γονίδιο Λύκου» δεν έχει προσδιοριστεί ακόμα. Αντ' αυτού, τα πολλαπλάσια γονίδια εμφανίζονται να επηρεάζουν την πιθανότητα ενός προσώπου το Λύκο όταν προκαλείται από τους περιβαλλοντικούς παράγοντες. Τα σημαντικότερα γονίδια βρίσκονται επάνω χρωμόσωμα 6, όπου οι μεταλλαγές μπορούν να εμφανιστούν τυχαία (de novo) ή μπορεί να κληρονομηθεί. Επιπλέον, οι άνθρωποι με SLE έχουν μια αλλαγμένη runx-1 περιοχή συνδέσεων, η οποία μπορεί να είναι είτε προκαλεί είτε συνεισφέρων (ή και οι δύο) στον όρο. Οι αλλαγμένες περιοχές συνδέσεων για runx-1 έχουν βρεθεί επίσης στους ανθρώπους με ψωρίαση και rheumatoid αρθρίτιδα.
Περιβαλλοντικές αιτίες
Ο δεύτερος μηχανισμός μπορεί να οφείλεται στους περιβαλλοντικούς παράγοντες. Αυτοί οι παράγοντες μπορούν όχι μόνο να επιδεινώσουν τους υπάρχοντες όρους Λύκου αλλά και να προκαλέσουν την αρχική αρχή. Περιλαμβάνουν ορισμένα φάρμακα (όπως μερικά αντικαταθλιπτικά χάπια και αντιβιοτικά), ακραία πίεση, έκθεση στο φως του ήλιου, ορμόνες, και μολύνσεις. Μερικοί ερευνητές έχουν επιδιώξει να βρούν μια σύνδεση μεταξύ ορισμένων μολυσματικών πρακτόρων (ιοί και βακτηρίδια), αλλά κανένα παθογόνο μπορεί να συνδεθεί με συνέπεια με την ασθένεια. Η UV ακτινοβολία έχει αποδειχθεί για να προκαλέσει τη φωτοευαίσθητη αναφυλαξία Λύκου, αλλά κάποια στοιχεία επίσης προτείνουν ότι το UV φως είναι σε θέση τη δομή του DNA, που οδηγεί στη δημιουργία των αυτοαντισωμάτων. Μερικοί ερευνητές έχουν διαπιστώσει ότι γυναίκες με σιλικόνη πήκτωμα-γεμισμένος μοσχεύματα στηθών έχει παραγάγει τα αντισώματα δικοί τους κολλαγόνο, αλλά δεν είναι γνωστό πόσο συχνά αυτά τα αντισώματα εμφανίζονται στο γενικό πληθυσμό, και δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που δείχνει ότι αυτά τα αντισώματα προκαλούν ασθένειες συνδετικού ιστού όπως ο Λύκος.
Αντιδράσεις φαρμάκων
Φάρμακο-προκληθείς Λύκος ερυθηματώδης είναι ένας αντιστρέψιμος όρος που εμφανίζεται συνήθως στους ασθενείς που θεραπεύονται για μια μακροπρόθεσμη ασθένεια. Ο φάρμακο-προκληθείς Λύκος μιμείται το συστημικό Λύκο. Εντούτοις, τα συμπτώματα του φάρμακο-προκληθε'ντος Λύκου εξαφανίζονται γενικά μόλις βγαλθεί ένας ασθενής από το φάρμακο που προκάλεσε το επεισόδιο. Υπάρχουν περίπου 400 φάρμακα αυτήν την περίοδο σε λειτουργία που μπορούν να προκαλέσουν αυτόν τον όρο, αν και τα πιό κοινά φάρμακα είναι procainamide, hydralazine και quinidine.
Έντυπα μη-SLE του Λύκου
Ο Discoid (δερματικός) Λύκος περιορίζεται στα συμπτώματα δερμάτων και εντοπίζεται από τη βιοψία της αναφυλαξίας δερμάτων στο πρόσωπο, το λαιμό, ή το κρανίο. Συχνά αντιπυρηνικό αντίσωμα (ANA) η δοκιμή για τους discoid ασθενείς είναι αρνητική ή ένα θετικό χαμηλός-τίτλου. Περίπου 1-5% των discoid ασθενών Λύκου αναπτύσσει τελικά SLE.
Ανεπάρκεια εκκαθάρισης
Οι ακριβείς μηχανισμοί για την ανάπτυξη του συστημικού Λύκου ερυθηματώδη (SLE) είναι ακόμα ασαφείς, δεδομένου ότι η παθογένεση είναι ένα πολλών συντελεστών γεγονός. Εκτός από τις συζητημένες αιτιολογίες, η εξασθενισμένη εκκαθάριση των πεθαίνοντας κυττάρων είναι μια πιθανή διάβαση για την ανάπτυξη αυτού συστημικού αυτοάνοση ασθένεια. Αυτό περιλαμβάνει την ανεπαρκή φαγοκυτταρική δραστηριότητα και τα πενιχρά τμήματα ορών εκτός από αυξανόμενος apoptosis.
Μονοκύτταρα απομονωμένος από ολόκληρο αίμα από SLE οι ασθενείς παρουσιάζουν μειωμένη έκφραση CD44 των μορίων επιφάνειας που περιλαμβάνονται στη λήψη των apoptotic κυττάρων. Τα περισσότερα από τα μονοκύτταρα και τα tingible μακρόφαγα σωμάτων (TBM), τα οποία βρίσκονται σπερματικά κέντρα λεμφαδένες, παρουσιάστε ακόμη και σίγουρα διαφορετική μορφολογία στους ασθενείς με SLE είναι μικρότεροι ή λιγοστοί και κύβος νωρίτερα. Τμήματα ορών όπως συμπλήρωμα παράγοντες, CRP, και μερικοί glycoproteins είναι επιπλέον αποφασιστικά σημαντικός για αποτελεσματικά λειτουργούν phagocytosis. Στους ασθενείς, αυτά τα συστατικά είναι συχνά να λείψουν, μειωμένα, ή ανεπαρκή.
Η εκκαθάριση των πρόωρων apoptotic κυττάρων είναι μια σημαντική λειτουργία στους multicellular οργανισμούς. Οδηγεί σε μια πρόοδο της διαδικασίας apoptosis και τελικά σε δευτεροβάθμιο νέκρωση από τα κύτταρα εάν αυτή η δυνατότητα είναι διαταραγμένη. Τα νεκρωτικά κύτταρα απελευθερώνουν τα πυρηνικά τεμάχια ως δυνατότητα autoantigens όπως και τα εσωτερικά σήματα κινδύνου, που προκαλούν την ωρίμανση δενδριτικά κύτταρα (Συνεχές ρεύμα), δεδομένου ότι έχουν χάσει την ακεραιότητα των μεμβρανών τους. Η αυξανόμενη εμφάνιση των apoptotic κυττάρων μιμείται επίσης την ανεπαρκή εκκαθάριση. Αυτός οδηγεί στην ωρίμανση του συνεχούς ρεύματος και επίσης στην παρουσίαση των ενδοκυτταρικών αντιγόνων των πρώην apoptotic ή δευτεροβάθμιων νεκρωτικών κυττάρων, μέσω των μορίων MHC. Autoimmunity ενδεχομένως τα αποτελέσματα από την εκτεταμένη έκθεση στα πυρηνικά και ενδοκυτταρικά autoantigens προήλθαν από τα πρώην apoptotic και δευτεροβάθμια νεκρωτικά κύτταρα. Β και Με κύτταρο Τ η ανοχή για τα apoptotic κύτταρα καταργείται, και λεμφοκύτταρα πάρτε ενεργοποιημένος από αυτά τα autoantigens ανάφλεξη και η παραγωγή των αυτοαντισωμάτων κοντά κύτταρα πλάσματος αρχίζει. Μια ανεπάρκεια εκκαθάρισης στο δέρμα για τα apoptotic κύτταρα έχει παρατηρηθεί επίσης στους ασθενείς με το δερματικό Λύκο ερυθηματώδη (CLE).
Συσσώρευση στα σπερματικά κέντρα (ΑΕΡΙΑ ΧΡΩΜΑΤΟΓΡΑΦΊΑ)
Στους υγιείς όρους, τα apoptotic λεμφοκύτταρα αφαιρούνται στα σπερματικά κέντρα από τα εξειδικευμένα φαγοκύτταρα, τα tingible μακρόφαγα σωμάτων (TBM) γίαυτό κανένα ελεύθερο apoptotic και πιθανό autoantigenic υλικό δεν μπορεί να δει. Σε μερικούς ασθενείς με SLE, συσσώρευση από apoptotic συντρίμμια μπορέστε να παρατηρηθείτε στην ΑΕΡΙΑ ΧΡΩΜΑΤΟΓΡΑΦΊΑ λόγω μιας ατελέσφορης εκκαθάρισης των apoptotic κυττάρων. Στη στενή εγγύτητα σε TBM, θυλακοειδή δενδριτικά κύτταρα (FDC) είναι εντοπισμένος στην ΑΈΡΙΑ ΧΡΩΜΑΤΟΓΡΑΦΊΑ, που συνδέουν το υλικό αντιγόνων με την επιφάνειά τους και, σε αντίθεση με μυελός των οστών- το παραγόμενο συνεχές ρεύμα, ούτε τον παίρνει επάνω ούτε παρόντα αυτό μέσω MHC μόρια. Autoreactive Κύτταρα Β μπορέστε τυχαία να προκύψετε κατά τη διάρκεια σωματικό hypermutation και μεταναστεύστε στην ελαφριά ζώνη ΑΕΡΙΑΣ ΧΡΩΜΑΤΟΓΡΑΦΊΑΣ. Τα κύτταρα Autoreactive Β, συμπτωματικά, κανονικά μην λάβετε τα σήματα επιβίωσης από το αντιγόνο που φυτεύεται στα θυλακοειδή δενδριτικά κύτταρα και χαθείτε από το apoptosis. Στην περίπτωση της ανεπάρκειας εκκαθάρισης, τα apoptotic πυρηνικά συντρίμμια συσσωρεύουν στην ελαφριά ζώνη της ΑΕΡΙΑΣ ΧΡΩΜΑΤΟΓΡΑΦΊΑΣ και παίρνουν συνδεμένα με FDC. Αυτό χρησιμεύει ως ένα σπερματικό σήμα κεντρικής επιβίωσης για τα autoreactive β-κύτταρα. Μετά από τη μετανάστευση στη ζώνη μανδυών, τα autoreactive κύτταρα Β απαιτούν τα περαιτέρω σήματα επιβίωσης από τα autoreactive κύτταρα αρωγών Τ, τα οποία προωθούν την ωρίμανση της αυτοαντίσωμα-παραγωγής των κυττάρων πλάσματος και των κυττάρων μνήμης Β. Παρουσία των autoreactive κυττάρων Τ, ένας χρόνιος αυτοάνοση ασθένεια μπορέστε να είστε η συνέπεια.
Παθοφυσιολογία
Μια εκδήλωση του Λύκου είναι ανωμαλίες στο apoptosis, ένας τύπος προγραμματισμένου θανάτου κυττάρων στον οποίο η γήρανση ή τα χαλασμένα κύτταρα ξεφορτώνεται τακτοποιημένα ως μέρος της κανονικής αύξησης ή της λειτουργίας.
Ανωμαλίες στο apoptosis
Apoptosis αυξάνεται μέσα μονοκύτταρα και keratinocytes;
Έκφραση Fas από Κύτταρα Β και Κύτταρα Τ αυξάνεται
Υπάρχουν συσχετισμοί μεταξύ των apoptotic ποσοστών λεμφοκυττάρων και της δραστηριότητας ασθενειών.
Τα Tingible μακρόφαγα σωμάτων (TBMs) είναι μεγάλα φαγοκυτταρικά κύτταρα σπερματικά κέντρα από δευτεροβάθμιο λεμφαδένες; εκφράζουν CD68 την πρωτεΐνη. Αυτά τα κύτταρα καταπίνουν κανονικά τα κύτταρα Β που έχουν υποβληθεί στο apoptosis κατόπιν σωματικό hypermutation. Σε μερικούς ασθενείς με SLE, σημαντικά λιγότερο TBMs μπορεί να βρεθεί, και αυτά τα κύτταρα περιέχουν σπάνια το υλικό από τα apoptotic κύτταρα Β. Επίσης, οι apoptotic πυρήνες μπορεί να βρεθεί έξω από TBMs. Αυτό το υλικό μπορεί να παρουσιάσει μια απειλή στο tolerization των κυττάρων Β και των κυττάρων Τ. Δενδριτικά κύτταρα στο σπερματικό κέντρο μπορέστε endocytose τέτοιο αντιγονικό υλικό και να το παρουσιάσουν στα κύτταρα Τ, που ενεργοποιούν τα. Επίσης, η apoptotic χρωματίνη και οι πυρήνες μπορούν να συνδεθούν με τις επιφάνειες των θυλακοειδών δενδριτικών κυττάρων και να καταστήσουν αυτό το υλικό διαθέσιμο για την ενεργοποίηση άλλων κυττάρων Β που μπορεί να είχαν αποκτήσει τυχαία την μόνος-ιδιομορφία κατευθείαν σωματικό hypermutation.[15]
Διάγνωση
Μερικοί παθολόγοι κάνουν μια διάγνωση βάσει των κριτηρίων ταξινόμησης ACR (δείτε κατωτέρω). Τα κριτήρια, εντούτοις, καθιερώθηκαν κυρίως για τη χρήση στην επιστημονική έρευνα (δηλ., συνυπολογισμός τυχαίες ελεγχόμενες δοκιμές), και ασθενείς μπορεί να έχει Λύκο αλλά μην ικανοποιήστε ποτέ τα πλήρη κριτήρια.
Αντιπυρηνικό αντίσωμα δοκιμή και αντιαποσπάσιμο πυρηνικό αντιγόνο (αντι-ENA) διαμορφώστε το στήριγμα serologic δοκιμή για το Λύκο. Τα αντισώματα αντιφωσφολιπιδίων εμφανίζονται συχνότερα σε SLE και μπορούν να προδιαθέσουν για θρόμβωση. Πιό συγκεκριμένα είναι αντι-Smith και αντι -αντι-dsDNA αντισώματα. Άλλες δοκιμές που εκτελούνται συνήθως σε πιθανό SLE είναι σύστημα συμπληρώματος επίπεδα (τα χαμηλά επίπεδα προτείνουν την κατανάλωση από το ανοσοποιητικό σύστημα), ηλεκτρολύτες και νεφρική λειτουργία (διαταραγμένος εάν το νεφρό περιλαμβάνεται), ένζυμα συκωτιού, και α πλήρης αρίθμηση αίματος.
Προηγουμένως, η ερυθηματώδης (LE) δοκιμή κυττάρων Λύκου δεν χρησιμοποιήθηκε συνήθως για τη διάγνωση επειδή εκείνο το LE cells βρίσκεται μόνο σε 50-75% των ασθενών SLE, και βρίσκεται επίσης σε μερικούς ασθενείς με τη rheumatoid αρθρίτιδα, τη σκληροδερμία, και τις ευαισθησίες φαρμάκων. Λόγω αυτού, η δοκιμή LE cell εκτελείται τώρα μόνο σπάνια και είναι συνήθως της ιστορικής σημασίας.[16]
Διαγνωστικά κριτήρια
Το αμερικανικό κολλέγιο Rheumatology (ACR) καθιέρωσε ένδεκα κριτήρια το 1982,[17] όποιοι αναθεωρήθηκαν το 1997[18] σαν ταξινομητικό όργανο για να καταστήσει λειτουργικός τον καθορισμό SLE στις κλινικές δοκιμές. Δεν προορίστηκαν να χρησιμοποιηθούν για να εντοπίσουν τους μεμονωμένους ασθενείς και δεν κάνουν καλά σε εκείνη την ικανότητα. Για το συνυπολογισμό στις κλινικές δοκιμές, οι ασθενείς πρέπει να ικανοποιήσουν τα ακόλουθα τρία κριτήρια που ταξινομούνται όπως έχοντας SLE: (ι) ο ασθενής πρέπει να παρουσιάσει με τέσσερα από τα κάτωθι ένδεκα συμπτώματα, (ii) είτε ταυτόχρονα είτε σειριακά, (iii) κατά τη διάρκεια του α λαμβάνοντας υπόψη την περίοδο παρατήρησης.
Serositis: Pleuritis (ανάφλεξη της μεμβράνης γύρω από τους πνεύμονες) ή pericarditis (ανάφλεξη της μεμβράνης γύρω από την καρδιά) ευαισθησία = 56%; ιδιομορφία = 86% (πλευρικός είναι πιό ευαίσθητος καρδιακός είναι πιό συγκεκριμένος).[19]
Οral έλκη (περιλαμβάνει τα προφορικά ή nasopharyngeal έλκη).
Αrthritis: nonerosive αρθρίτιδα δύο ή περισσότερων περιφερειακών ενώσεων, με την τρυφερότητα, τη διόγκωση, ή τη διάχυση ευαισθησία = 86%; ιδιομορφία = 37%.[19]
Πhotosensitivity (έκθεση στην αναφυλαξία αιτιών υπεριώδους φωτός) ευαισθησία = 43%; ιδιομορφία = 96%.[19]
Βlood-αιματολογική αναταραχήαιμολυτική αναιμία (χαμηλός κόκκινο κύτταρο αίματος αρίθμηση) ή λευκοπενία (άσπρη αρίθμηση 4000/µl κυττάρων< αίματος), lymphopenia (<1500/µl) ή θρομβοκυτοπενία (<100000/µl) ελλείψει της προσβολής του φαρμάκου ευαισθησία = 59%; ιδιομορφία = 89%.[19] Το Hypocomplementemia βλέπει επίσης, λόγω είτε της κατανάλωσης C3 και C4 από την άνοση σύνθετος-προκληθείσα ανάφλεξη είτε για να συμπληρώσει congenitally την ανεπάρκεια, η οποία μπορεί να προδιαθέσει σε SLE.
Ρenal αναταραχή: Περισσότερο από 0.5g ανά ημέρα πρωτεΐνη στα ούρα ή κυψελοειδής πετά βλέποντας στα ούρα κάτω από ένα μικροσκόπιο ευαισθησία = 51%; ιδιομορφία = 94%.[19]
Αntinuclear αντίσωμα θετικό δοκιμής ευαισθησία = 99%; ιδιομορφία = 49%.[19]
Ιmmunologic αναταραχή: Θετικός αντι-Smith, αντι -αντι-ds DNA, αντίσωμα αντιφωσφολιπιδίων, ή/και ψευδοθετικός ορολογικός δοκιμή για σύφιλη; ευαισθησία = 85%; ιδιομορφία = 93%.[19] Παρουσία του DNA αντι-SS σε 70% των ασθενών (εν τούτοις επίσης θετικό στους ασθενείς με τη ρευματική ασθένεια και τα υγιή πρόσωπα[20]).
Νeurologic αναταραχή: Συλλήψεις ή ψύχωση; ευαισθησία = 20%; ιδιομορφία = 98%.[19]
Μalar αναφυλαξία (αναφυλαξία στα μάγουλα) ευαισθησία = 57%; ιδιομορφία = 96%.[19]
ΔΛύκος iscoid (κόκκινα, φολιδωτά μπαλώματα στο δέρμα που προκαλούν το σημάδι) ευαισθησία = 18%; ιδιομορφία = 99%.[19]
Χρήσιμος ένας μνημονικός για αυτά τα 11 κριτήρια είναι MD ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ ΣΑΠΟΥΝΙΩΝ: Serositis (8), Οral έλκη (4), Αrthritis (5), Πhotosensitivity (3), Βlood αλλαγές (9), Ρenal συμμετοχή (proteinuria ή απορρίμματα) (6), ΑNA (10), Ιmmunological αλλαγές (11), Νeurological σημάδια (συλλήψεις, ειλικρινής ψύχωση) (7), Μalar αναφυλαξία (1), Δαναφυλαξία iscoid (2).
Μερικοί ασθενείς, ειδικά εκείνοι με σύνδρομο αντιφωσφολιπιδίων, μπορεί να έχει SLE χωρίς τέσσερα κριτήρια, και SLE συνδέεται με τις εκδηλώσεις εκτός από εκείνους που απαριθμούνται στα κριτήρια.[21][22][23]
Εναλλακτικά κριτήρια
Επαναλαμβανόμενος χωρισμός έχει χρησιμοποιηθεί για να προσδιορίσει περισσότερα φειδωλά κριτήρια.[19] Αυτή η ανάλυση παρουσίασε δύο διαγνωστικά δέντρα ταξινόμησης:
1. Απλούστερο δέντρο ταξινόμησης: LSE εντοπίζεται εάν ο ασθενής έχει μια ανοσοποιητική αναταραχή (αντίσωμα αντι-DNA, αντίσωμα αντι-Smith, ψευδοθετική δοκιμή σύφιλης, ή LE cells) ή malar αναφυλαξία.
ευαισθησία = 92%
ιδιομορφία = 92%
2. Πλήρες δέντρο ταξινόμησης: Χρήσεις 6 κριτήρια.
ευαισθησία = 97%
ιδιομορφία = 95%
Άλλα εναλλακτικά κριτήρια έχουν προταθεί.[24]
Κοινός κάνει κακή διάγνωση
Porphyria
Porphyrias είναι σύνθετες γενετικές αναταραχές που μοιράζονται πολλά συμπτώματα με το Λύκο, αλλά προσκρούουν στα ένζυμα αρμόδια για την οικοδόμηση heme, ένα συστατικό που απαιτείται στις πρωτεΐνες heme. Το Porphyrias είναι ecogenic αναταραχές που απαιτούν και τα περιβαλλοντικά και γενετικά υπόβαθρα για να φανερώσει με ποικίλες συμπτώματα και ιατρικές περιπλοκές. Σημειώνονται για τη φωτοευαισθησία και έχουν συνδεθεί με την παροδική και μόνιμη παραγωγή των αυτοαντισωμάτων. Οι πέντε σημαντικές μορφές κυρίως κληρονομημένων porphyrias (οξύ διαλείπον porphyria, tarda cutanea porphyria, κληρονομικό coproporphyria, διαφοροποιήστε το porphyria, και το erythropoietic protoporphyria) έχει ανιχνευθεί στους συστημικούς ασθενείς Λύκου Λύκου ερυθηματώδεις και discoid κατά τη διάρκεια των προηγούμενων 50 ετών. Οι παθολόγοι πρέπει να έχουν έναν υψηλό βαθμό υποψίας των porphyrias σε όλες τις περιπτώσεις Λύκου και να ενεργήσουν αναλόγως όταν είναι οι ασθενείς σε μια ιατρική κρίση που μπορεί να οφείλεται σε ένα ελλοχεύον οξύ ηπατικό porphyria. Φάρμακο-προκληθε'ν ένταλμα Λύκου και φωτοευαισθησίας μια έρευνα για ένα ελλοχεύον porphyria, δεδομένου ότι οι πολλαπλάσιες αντιδράσεις φαρμάκων είναι μια περιπλοκή σφραγίδων των porphyrias. Οι ασθενείς και με το Λύκο και με τα porphyrias πρέπει να αποφύγουν τα porphyrinogenic φάρμακα και τις προετοιμασίες ορμονών, αλλά τα αποτελέσματα αυτών των φαρμάκων στους ασθενείς Λύκου είναι ακαθόριστα.
Ασθενείς με οξύ ηπατικός τα porphyrias (το οξύ διαλείπον porphyria, κληρονομικό coproporphyria, διαφοροποιεί το porphyria) έχουν ανιχνευθεί στους ασθενείς Λύκου με τις αυστηρές απειλητικές για τη ζωή περιπλοκές «Λύκου» γνωστές ως neurolupus. Τα συμπτώματα είναι ίδια με τις οξείες ηπατικές επιθέσεις porphyria και περιλαμβάνουν τις συλλήψεις, ψύχωση, περιφερειακή νευροπάθεια, και το σύνδρομο της ακατάλληλης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH) σύνδεσε με τα επικίνδυνα χαμηλά επίπεδα νατρίου (hyponatremia). Οι επιθέσεις Porphyria απαιτούν την επέμβαση με την ενδοφλέβια γλυκόζη, heme προετοιμασίες, και η αναστολή των επικίνδυνων porphyrinogenic φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένων των φαρμάκων antiseizure. Διάφορες άλλες περιπλοκές Λύκου έχουν συνδεθεί με τα porphyrias, συμπερίληψη pancreatitis και pericarditis. Porphyrin η δοκιμή πρέπει να εκτελεσθεί στα ούρα, το σκαμνί/τη χολή, και το αίμα για να ανιχνεύσει όλους τους τύπους porphyrias επαναλάβετε ότι η δοκιμή πρέπει να εκτελεσθεί σε ύποπτες περιπτώσεις. Οι κατάλληλες ενζυμικές δοκιμές ή η δοκιμή DNA πρέπει επίσης να ακολουθηθούν για να λάβουν μια πλήρη διάγνωση, η οποία θα μπορούσε να περιλάβει ένα διπλό porphyria.
Κοινές διπλές διαγνώσεις
SLE εντοπίζεται μερικές φορές από κοινού με άλλους όρους, συμπερίληψη rheumatoid αρθρίτιδα, σκορβούτο, και fibromyalgia.
Επεξεργασία
Δεδομένου ότι ο Λύκος ερυθηματώδης είναι μια χρόνια πάθηση χωρίς τη γνωστή θεραπεία, η επεξεργασία είναι περιορισμένη στην εξέταση συμπτώματα. Ουσιαστικά, αυτό περιλαμβάνει την παρεμπόδιση των φλογών και τη μείωση της δριμύτητας και της διάρκειάς τους όταν εμφανίζονται. Υπάρχουν διάφορα μέσα και τις φλόγες, συμπεριλαμβανομένων των φαρμάκων, την εναλλακτική ιατρική, και τις αλλαγές τρόπου ζωής.
Θεραπεία φαρμάκων
Λόγω της ποικιλίας των συμπτωμάτων και της συμμετοχής συστημάτων οργάνων με τους ασθενείς Λύκου, η δριμύτητα του SLE σε έναν ιδιαίτερο ασθενή πρέπει να αξιολογηθεί προκειμένου να αντιμετωπιστεί επιτυχώς SLE. Η ήπια ή υφέσιμη ασθένεια μπορεί μερικές φορές να αφεθεί ακίνδυνα μη επεξεργασμένη. Αν είναι απαραίτητο, nonsteroidal αντιφλεγμονώδη φάρμακα και antimalarials μπορέστε να χρησιμοποιηθείτε.
Ασθένεια-τροποποίηση των antirheumatic φαρμάκων (DMARDs) χρησιμοποιείται προληπτικά για να μειώσει την επίπτωση των φλογών, η διαδικασία της ασθένειας, και να χαμηλώσει την ανάγκη για τη στεροειδή χρήση όταν οι φλόγες εμφανίζονται, αντιμετωπίζονται με corticosteroids. Το DMARDs συνήθως σε λειτουργία είναι antimalarials και immunosuppressants (π.χ., methotrexate και azathioprine). Hydroxychloroquine (εμπορικό φίρμα Plaquenil) είναι FDA-approved ένας αντιελονοσιακός χρησιμοποιημένος για τις συνταγματικές, δερματικές, και αρθρωτικές εκδηλώσεις, ενώ cyclophosphamide (εμπορικά φίρματα Cytoxan και Neosar) χρησιμοποιείται για αυστηρό glomerulonephritis ή άλλες όργανο-καταστρεπτικές περιπλοκές. Το 2005, mycophenolic οξύ (εμπορικό φίρμα CellCept) έγινε αποδεκτός για την επεξεργασία nephritis Λύκου.
Σε πιό βαριές περιπτώσεις, φάρμακα που διαμορφώνουν το ανοσοποιητικό σύστημα (πρώτιστα corticosteroids και immunosuppressants) χρησιμοποιείται για να ελέγξει την ασθένεια και να αποτρέψει την επανάληψη των συμπτωμάτων (γνωστών ως φλόγες). Οι ασθενείς που απαιτούν τα στεροειδή μπορούν συχνά να αναπτυχθούν παχυσαρκία, διαβήτης mellitus, διαβήτης, και οστεοπόρωση. Ανάλογα με τη δόση, corticosteroids μπορούν να προκαλέσουν σε άλλες παρενέργειες, όπως ένα αυξομειούμενο πρόσωπο, μια κατ'ασυνήθιστο τρόπο μεγάλη όρεξη, και τον ύπνο δυσκολίας. Εκείνες οι παρενέργειες μπορούν να υποχωρήσουν εάν και όταν μειώνεται η μεγάλη αρχική δόση, αλλά η μακροπρόθεσμη χρήση ακόμη και των χαμηλών δόσεων μπορεί να προκαλέσει ανυψωμένος πίεση αίματος και καταρράκτες. Λόγω αυτών των παρενεργειών, τα στεροειδή αποφεύγονται ει δυνατόν.
Από ένα μεγάλο ποσοστό του Λύκου οι ασθενείς πάσχουν από τα ποικίλα ποσά χρόνιος πόνος, ισχυρότερη συνταγή αναλγητικά μπορέστε να χρησιμοποιηθείτε εάν τα εξωχρηματιστηριακά φάρμακα (κυρίως nonsteroidal αντιφλεγμονώδη φάρμακα) δεν παρέχουν την αποτελεσματική ανακούφιση. Ο μέτριος πόνος στους ασθενείς Λύκου αντιμετωπίζεται χαρακτηριστικά με τις ήπιες οπιούχες ουσίες συνταγών όπως dextropropoxyphene (εμπορικό φίρμα Darvocet) και ομο-codamol (εμπορικό φίρμα Tylenol #3). Συγκρατήστε στο δριμύ χρόνιο πόνο αντιμετωπίζεται με τα ισχυρότερα οπιούχα, όπως hydrocodone (εμπορικά φίρματα Lorcet, Lortab, Norco, Vicodin, Vicoprofen) ή να μακρύς-ενεργήσει συνεχής-απελευθέρωση οπιούχα, όπως oxycodone (εμπορικό φίρμα OxyContin), ΚΡΑΤΗ ΜΈΛΗ Contin, ή Μεθαδόνη. Fentanyl Το διαδερμικό μπάλωμα Duragesic είναι επίσης μια ευρέως χρησιμοποιημένη επιλογή επεξεργασίας για το χρόνιο πόνο των περιπλοκών Λύκου λόγω να μακρύς-ενεργήσει του της χρονομετρημένων απελευθέρωσης και της ευκολίας - - χρήση. Όταν τα οπιούχα χρησιμοποιούνται για τις παρατεταμένες περιόδους, η ανοχή φαρμάκων, η χημική εξάρτηση, και (σπάνια) ο εθισμός μπορούν να εμφανιστούν. Ο οπιούχος εθισμός δεν είναι χαρακτηριστικά μια ανησυχία για τους ασθενείς Λύκου, δεδομένου ότι ο όρος δεν είναι πιθανό πάντα εντελώς να εξαφανιστεί. Κατά συνέπεια, η ισόβια θεραπεία με τα οπιούχα είναι αρκετά κοινή στους ασθενείς Λύκου που παρουσιάζουν τα χρόνια συμπτώματα πόνου, που συνοδεύονται από περιοδικό τιτλοδότηση αυτός είναι χαρακτηριστικός οποιασδήποτε μακροπρόθεσμης θεραπευτικής αγωγής οπιούχων.
UVA1 phototherapy
Το 1987, Tina Lomardi, M.D. αρχικά ανέφερε ότι η μακρών κυμάτων υπεριώδης ακτινοβολία (UVA1) είχε μια ευνοϊκή επίδραση δραστηριότητα ασθενειών στα sLE-πρότυπα ποντίκια.[παραπομπή που απαιτείται] Το 1987, McGrath, Bak, και Michalski αναφερόμενο μέσα Αρθρίτιδα και ρευματισμός, Εντάσεις. 30, αριθ. 5, Μάιος, ότι η μακρών κυμάτων υπεριώδης ακτινοβολία (UVA1) είχε μια ευνοϊκή επίδραση στη δραστηριότητα ασθενειών στα sLE-πρότυπα ποντίκια («ένα ακτίνα-φως παρατείνει την επιβίωση και βελτιώνει άνοση λειτουργία στα υβριδικά ποντίκια»). Και McGrath και οι ανεξάρτητοι ολλανδικοί ερευνητές έχουν αναπαραγάγει επανειλημμένα αυτά τα συμπεράσματα στους ασθενείς SLE.[25] Οι συσκευές για τις θεραπευτικές δόσεις UVA1 είναι διαθέσιμες στην Ευρώπη αλλά όχι στις ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ. Το γραφείο της διοίκησης τροφίμων και φαρμάκων της επιστήμης και της τεχνολογίας πραγματοποίησε UVA1 τις phototherapy μελέτες σε ένα sLE-πρότυπο ποντίκι το 1997 για «να προετοιμαστεί για τις μελλοντικές αναθεωρήσεις της uVA-εκπομπής των συσκευών μαυρίσματος για τέτοιες κλινικές εφαρμογές.»[26] Μερικοί ασθενείς, εντούτοις, έχουν πάρει τα θέματα στα χέρια τους. Ο Σικάγο-βασισμένος στο δημοσιογράφος και ο Λύκος ο υπομονετικός Anthony DeBartolo έχτισαν τη συσκευή εγχώριου μαυρίσματος 8 λαμπτήρων του UVA1, η οποία παραδίδει το ίδιο πράγμα 6 - στη θεραπευτική δόση 8 τζάουλ του κλινικού ερευνητικού εξοπλισμού 24 λαμπτήρων McGrath. Η εμπειρία του DeBartolo δημοσιεύθηκε στο βιβλίο του 2004 Λύκος υπόγεια.[27]
Αλλαγές τρόπου ζωής
Άλλα μέτρα, όπως η αποφυγή του φωτός του ήλιου ή η κάλυψη επάνω με τον ήλιος-προστατευτικό ιματισμό, μπορούν επίσης να είναι αποτελεσματικά στην παρεμπόδιση των προβλημάτων φωτοευαισθησίας. Η απώλεια βάρους συστήνεται επίσης στους υπέρβαρους και παχύσαρκους ασθενείς για να ανακουφίσει μερικά από τα αποτελέσματα της ασθένειας, ειδικά όπου η κοινή συμμετοχή είναι σημαντική.
Έρευνα επεξεργασίας
Άλλα immunosuppressants (φάρμακα που χαμηλώνουν την κανονική άνοση απάντηση του σώματος), και οι αυτόλογες μεταμοσχεύσεις κυττάρων μίσχων μεταμόσχευσης μυελών των οστών είναι υπό έρευνα ως πιθανή θεραπεία. Πρόσφατα, επεξεργασίες που είναι πιό συγκεκριμένες στην τροποποίηση του ιδιαίτερου υποσυνόλου των άνοσων κυττάρων (π.χ., κύτταρα Β ή Τ) ή cytokine πρωτεΐνες που εκκρίνουν έχουν κερδίσει την προσοχή. Η έρευνα στις νέες επεξεργασίες έχει επιταχυνθεί πρόσφατα από τις γενετικές ανακαλύψεις, ειδικά να χαρτογραφήσει του ανθρώπινου γονιδιώματος. Σύμφωνα με μια έκθεση ανάλυσης αγοράς Ιουνίου 2006 από Datamonitor, η επεξεργασία για SLE θα μπορούσε να είναι στα πρόθυρα μιας σημαντικής ανακάλυψης, δεδομένου ότι υπάρχουν πολυάριθμες δοκιμές πρόσφατος-φάσης που πραγματοποιούνται αυτήν την περίοδο.[28] Έχουν υπάρξει ελπιδοφόρες πρόοδοι στον τομέα κύτταρο μίσχων έρευνα, που εμπλέκει μια θεραπεία με τα ενήλικα κύτταρα μίσχων που συγκομίζονται από τους ασθενείς οι ίδιοι.[29][30]
Πρόληψη
Ο Λύκος δεν γίνεται κατανοητός αρκετά καλά να προληφθεί, αλλά όταν αναπτύσσεται η ασθένεια, η ποιότητα της ζωής μπορεί να βελτιωθεί μέσω της πρόληψης φλογών. Τα σημάδια προειδοποίησης μιας επικείμενης φλόγας περιλαμβάνουν την αυξανόμενη κούραση, τον πόνο, την αναφυλαξία, τον πυρετό, την κοιλιακή ταλαιπωρία, τον πονοκέφαλο, και τον ίλιγγο. Η πρόωρη αναγνώριση των σημαδιών προειδοποίησης και η καλή επικοινωνία με έναν γιατρό μπορούν να βοηθήσουν τα άτομα με το Λύκο να παραμείνουν ενεργά, δοκιμάζουν το λιγότερο πόνο, και μειώνουν τις ιατρικές επισκέψεις.[4]
Πρόληψη των περιπλοκών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης
Ενώ τα περισσότερα νήπια γεννημένα στις μητέρες με το Λύκο είναι υγιή, οι έγκυες μητέρες με SLE πρέπει να παραμείνουν με τη φροντίδα ενός γιατρού μέχρι την παράδοση. Ο Neonatal Λύκος είναι σπάνιος, αλλά ο προσδιορισμός των μητέρων στον υψηλότερο κίνδυνο για τις περιπλοκές επιτρέπει τη γρήγορη επεξεργασία πριν από ή μετά από τη γέννηση. Επιπλέον, SLE μπορεί να καεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, και η κατάλληλη θεραπεία μπορεί να διατηρήσει την υγεία της μητέρας μακρύτερης. Οι γυναίκες έγκυες και που είναι γνωστές για να έχουν τα αντισώματα για αντι-Ro (SSA) ή το αντι-Λα (SSB) πρέπει να έχουν echocardiograms κατά τη διάρκεια των 16$ων και 30ών εβδομάδων της εγκυμοσύνης για να ελέγξουν την υγεία της καρδιάς και περιβάλλον vasculature.[4]
Πρόγνωση
Στη δεκαετία του '50, οι περισσότεροι ασθενείς που εντοπίστηκαν με SLE έζησαν λιγότεροι από πέντε έτη. Οι πρόοδοι στη διάγνωση και τη θεραπεία έχουν βελτιώσει την επιβίωση στο σημείο όπου πάνω από 90% των ασθενών επιζούν τώρα για περισσότερο από δέκα έτη, και πολλά μπορούν να ζήσουν σχετικά ασυμπτωματικά. Η πιό κοινή αιτία του θανάτου είναι μόλυνση λόγω καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος ως συνέπεια φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να διαχειριστούν την ασθένεια. Η πρόγνωση είναι κανονικά χειρότερη για τους άνδρες και τα παιδιά απ'ό, τι για τις γυναίκες ευτυχώς, εάν τα συμπτώματα είναι παρόντα μετά από την ηλικία 60, η ασθένεια τείνει να συνεχίσει μια πιό καλοκάγαθη πορεία. ANA είναι η πιό ευαίσθητη διαγνωστική εξέταση, ενώ αντι-Sm (αντι-Smith) είναι ο πιό συγκεκριμένος. Το ds-DNA (double-stranded DNA) το αντίσωμα είναι επίσης αρκετά συγκεκριμένο και κυμαίνεται συχνά με τη δραστηριότητα ασθενειών ο τίτλος ds-DNA είναι επομένως μερικές φορές χρήσιμος να εντοπίσει ή να ελέγξει τις οξείες φλόγες ή την απάντηση στην επεξεργασία.[31]
Επιδημιολογία
Προηγουμένως θεωρημένος για να είναι μια σπάνια ασθένεια, Λύκος έχει δει μια αύξηση στη συνειδητοποίηση και την εκπαίδευση από τη δεκαετία του '60. Αυτό έχει βοηθήσει τους πολλούς περισσότερους ασθενείς να πάρουν μια ακριβή διάγνωση, που καθιστά το πιθανό να υπολογίσει τον αριθμό ανθρώπων με το Λύκο με κάποια βεβαιότητα. Πολιτεία μόνο, υπολογίζεται ότι μεταξύ 270.000 και 1.5 εκατομμύριο ανθρώπων έχει Λύκο, που καθιστά τον πιό κοινό από κυστική ίνωση ή εγκεφαλική παράλυση. Η ασθένεια έχει επιπτώσεις και στα θηλυκά και στα αρσενικά, αν και οι νέες γυναίκες εντοπίζονται εννέα φορές συχνότερα από τους άνδρες. SLE εμφανίζεται με την πολύ μεγαλύτερη δριμύτητα μεταξύ των αφρικανικός-αμερικανικών γυναικών, οι οποίες υφίστανται τα αυστηρότερα συμπτώματα καθώς επίσης και ένα υψηλότερο ποσοστό θνησιμότητας.[32] Παγκοσμίως, μια συντηρητική εκτίμηση δηλώνει ότι πάνω από 5 εκατομμύριο άνθρωποι έχουν Λύκο.
Αν και SLE μπορεί να εμφανιστεί σε καθένα, σε οποιαδήποτε ηλικία, είναι το πιό κοινότο στις γυναίκες της τεκνοποιητικής ηλικίας. Έχει επιπτώσεις σε 1 σε 4000 ανθρώπους Πολιτεία, πάλι με τις γυναίκες που γίνονται στενοχωρημένες πολύ συχνότερα από τους άνδρες. Η ασθένεια εμφανίζεται να είναι πιό επικρατούσα στις γυναίκες αφρικανικής, ασιατικής, ισπανικής, και εγγενούς αμερικανικής προέλευσης, αλλά αυτό μπορεί να οφείλεται στους κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες. Άνθρωποι με τους συγγενείς που πάσχουν από SLE, rheumatoid αρθρίτιδα, ή θρομβωτικό thrombocytopenic purpura διατρέχει έναν ελαφρώς μεγαλύτερο κίνδυνο από το γενικό πληθυσμό.
Ιστορία
Οι ιατρικοί ιστορικοί έχουν θεωρητικολογήσει ότι άνθρωποι με porphyria (μια ασθένεια που μοιράζεται πολλά συμπτώματα με το Λύκο) παραγμένες ιστορίες λαογραφίας των βαμπίρ και werewolves, λόγω της φωτοευαισθησίας, του σημαδιού, της αύξησης τρίχας, και porphyrin λεκιασμένων των καφετής-κόκκινο δοντιών στις αυστηρές υπολειπόμενες μορφές porphyria (ή συνδυασμούς της αναταραχής, γνωστούς όπως διπλά, ομοζυγώτη, ή σύνθετα ετερογυζυγώτικά porphyrias).
Η ιστορία του Λύκου ερυθηματώδης μπορεί να διαιρεθεί σε τρεις περιόδους: κλασσικός, νεοκλασσικός, και σύγχρονος. Η κλασσική περίοδος άρχισε όταν αναγνωρίστηκε αρχικά η ασθένεια Μέσες ηλικίες και είδε την περιγραφή της δερματολογικής εκδήλωσης της αναταραχής. Ο όρος Λύκος αποδίδεται 12$ος αιώνας παθολόγος Rogerius, το οποίο το χρησιμοποίησε για να περιγράψει την κλασική malar αναφυλαξία. Η νεοκλασσική περίοδος ανακοινώθηκε κοντά Móric Kaposi«αναγνώριση του s μέσα 1872 από τις συστημικές εκδηλώσεις της ασθένειας. Η σύγχρονη περίοδος άρχισε μέσα 1948 με την ανακάλυψη του LE cell ( Λύκος ερυθηματώδης cell-a ακυριολεξία, όπως εμφανίζεται με άλλες ασθένειες επίσης) και χαρακτηρίζεται από τις προόδους στη γνώση μας των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων παθοφυσιολογίας και κλινικός-εργαστηρίων της ασθένειας, καθώς επίσης και τις προόδους στη θεραπεία.
Το χρήσιμο φάρμακο για την ασθένεια βρέθηκε αρχικά μέσα 1894, όταν κινίνη αναφέρθηκε αρχικά ως αποτελεσματική θεραπεία. Τέσσερα έτη αργότερα, η χρήση salicylates από κοινού με την κινίνη σημειώθηκε για να είναι του ακόμα μεγαλύτερου οφέλους. Αυτό ήταν η καλύτερη διαθέσιμη θεραπεία στους ασθενείς μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα, όταν ανακάλυψε Hench την αποτελεσματικότητα corticosteroids στην επεξεργασία SLE.
Προέλευση «του Λύκου ερυθηματώδους»
Υπάρχουν διάφορες εξηγήσεις που αποτολμώνται για τον όρο Λύκος ερυθηματώδης. Ο Λύκος είναι Λατινικά για το λύκο, και «το erythro» προέρχεται από το ερυθρός, ελληνικά για «το κόκκινο.» Όλες οι εξηγήσεις δημιουργούνται με τον κοκκινωπό, πεταλούδα-διαμορφωμένος malar αναφυλαξία ότι η ασθένεια εκθέτει κλασικά πέρα από τη μύτη και τα μάγουλα.
Στους διάφορους απολογισμούς, μερικοί γιατροί σκέφτηκαν ότι η αναφυλαξία εμοίασε με το σχέδιο της γούνας στο πρόσωπο ενός λύκου.
Σε άλλους απολογισμούς, οι γιατροί σκέφτηκαν ότι η αναφυλαξία, που ήταν συχνά αυστηρότερη στους προηγούμενους αιώνες, δημιούργησε τα τραύματα που εμοίασαν με τα δαγκώματα ή τις γρατσουνιές λύκων.
Ένας άλλος απολογισμός υποστηρίζει ότι ο όρος «Λύκος» δεν προήλθε από τα λατινικά καθόλου, αλλά από τον όρο για ένα γαλλικό ύφος της μάσκας που οι γυναίκες φόρεσαν σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες για να κρύψουν την αναφυλαξία στα πρόσωπά τους. Η μάσκα καλείται «loup,» γαλλικά για «το λύκο.»
Μια άλλη κοινή εξήγηση για τον όρο είναι ότι η σειρά μαθημάτων της ασθένειας περιλαμβάνει τις επαναλαμβανόμενες επιθέσεις όπως εκείνους ενός αδηφάγου αρπακτικού ζώου, που φεύγει πίσω από τις κόκκινες κηλίδες.
Ξεχωριστοί ασθενείς
Ray Walston, δράστης χαρακτήρα.
Tim Raines, προηγούμενος σημαντικός φορέας μπέιζ-μπώλ ένωσης, πρώτιστα με Μόντρεαλ EXPO και Σικάγο άσπρο Sox.
Ferdinand Marcos, προηγούμενος φιλιππινέζικος Πρόεδρος, ο οποίος πέθανε από τις περιπλοκές του Λύκου το 1989.
Michael Τζάκσον, λαϊκό σούπερ σταρ, που εντοπίζεται με την ασθένεια το 1984.
Flannery O'Connor, Αμερικανικός συγγραφέας μυθιστοριογραφίας που πέθανε της ασθένειας το 1964.
Hugh Gaitskell, Βρετανικός πολιτικός.
J Dilla (επίσης γνωστός όπως Jay Dee, γεννημένος James Dewitt Yancey), ένας παραγωγός ισχίο-λυκίσκου και beatmaker που πέθαναν της ασθένειας το 2006.
Elaine Paige, Βρετανικοί ηθοποιός και τραγουδιστής.
Σφραγίδα (γεννημένη σφραγίδα Henry Olusegun Olumide Adelo Samuel), βρετανικοί καλλιτέχνης/τραγουδιστής.
Charles Kuralt, προηγούμενη άγκυρα CBS η Κυριακή πρωί.
BA Inday (επίσης γνωστός ως BA N'Deaye), μια σουηδικός-γεννημένη ηθοποιός που πέθανε από τις περιπλοκές του Λύκου στην ηλικία 32.
Caroline Dorough-Cochran, αδελφή Howie Δ. από Αγόρια Backstreet, το οποίο ίδρυσε το ίδρυμα Λύκου Dorough στη μνήμη της.
Stephanie Smith, καλλιτέχνης που πέθανε των περιπλοκών SLE το 1969 στην ηλικία 22. Το αντιγόνο αντι-Smith (ή αντι-Sm) ανακαλύφθηκε σε την και είναι η βάση μιας διαγνωστικής δοκιμής SLE.
Yonna, αγωνιζόμενος επάνω Ακραία όνειρα Fogle Ben.
Το Louisa μπορεί Alcott, Αμερικανικός συγγραφέας.
Sophie Howard, Βρετανικό πρότυπο γοητείας.
Donald Byrne, Αμερικανικά σκάκι φορέας που πέθανε από τις περιπλοκές του Λύκου το 1976.
Mary Elizabeth McDonough, Αμερικανική ηθοποιός. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες το μετά από να υποβληθεί στην εμφύτευση σιλικόνης στα στήθη της το 1984.
Christopher Bracey, νιγηριανός ποιητής.
Mercedes scelba-Shorte, Επόμενο κορυφαίο πρότυπο της Αμερικής Εποχή δύο δρομέας-επάνω και πρότυπο.
Leslie Hunt, semifinalist επάνω Αμερικανικό είδωλο, 19$η θέση.
Δείτε επίσης
Abzyme
Συμμαχία για την έρευνα Λύκου
Αντιπυρηνικό αντίσωμα
Κυνοειδής discoid Λύκος ερυθηματώδης στα σκυλιά
Λύκος Καναδάς
Ίδρυμα Λύκου της Αμερικής
Αναφορές
^ ΙΔΡΥΜΑ ΛΥΚΟΥ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ. Ανακτημένος επάνω 2007-07-04.
^ [http://www.accessmedicine.com/content.aspx?aID=2859070 Εσωτερική ιατρική Harrison, 17$ο ed. Κεφάλαιο 313. Συστημικός Λύκος ερυθηματώδης.
^ Discoid Λύκος ερυθηματώδης
^ α β γ δ Φυλλάδιο στην υγεία: Συστημικός Λύκος ερυθηματώδης. Το εθνικό ίδρυμα αρθρίτιδας και οστεο-μυικών και ασθενειών δερμάτων. Εθνικά ιδρύματα υγείας (Αυγούστου 2003). Ανακτημένος επάνω 2007-11-23.
^ Λύκος: Ο μεγάλος μιμητής
^ α β Πόνος ενώσεων και μυών Ίδρυμα Λύκου της Αμερικής
^ Yu Asanuma, M.D., Ph.D., Annette Oeser, B.S., Ayumi Κ. Shintani, Ph.D., ΜΊΛΙΑ/ΏΡΑ, Elizabeth Turner, M.D., Νανσύ Olsen, M.D., Sergio Fazio, M.D., Ph.D., MacRae Φ. Linton, M.D., Paolo Raggi, M.D., και Γ. Michael Stein, M.D. (2003). «Πρόωρο atherosclerosis στεφανιαίος-αρτηριών στο συστημικό Λύκο ερυθηματώδη». Περιοδικό της Νέας Αγγλίας της ιατρικής 349 (Δεκ. 18): 2407-2414. doi:10.1056/NEJMoa035611. PMID 14681506 Περίληψη (ολοκληρωμένου κειμένου απαιτεί την εγγραφή).
^ Bevra Hannahs Hahn, M.D. (2003). "Συστημικό ερυθηματώδες και επιταχυνόμενο atherosclerosis Λύκου". Περιοδικό της Νέας Αγγλίας της ιατρικής 349 (Δεκ. 18): 2379-2380. PMID 14681501 Απόσπασμα (ολοκληρωμένου κειμένου απαιτεί την εγγραφή).
^ Mary J. Ρωμαίος, M.D., beth-ANN Shanker, A.B., Adrienne Νταίηβις, A.B., Michael D. Lockshin, M.D., Lisa Sammaritano, M.D., Ronit Simantov, M.D., Mary K. Κόρακας, M.D., Joseph E. Schwartz, Ph.D., Stephen A. Paget, M.D., Richard Β. Devereux, M.D., και Jane E. Σολομός, M.D. (2003). «Επικράτηση και συστατικά επιταχυνόμενο atherosclerosis στο συστημικό Λύκο ερυθηματώδη». Περιοδικό της Νέας Αγγλίας της ιατρικής 349 (Δεκ. 18): 2399-2406. doi:10.1056/NEJMoa035471. PMID 14681505 Περίληψη (ολοκληρωμένου κειμένου απαιτεί την εγγραφή).
^ Γενικές εικόνες παθολογίας για Immunopathology. Ανακτημένος επάνω 2007-07-24.
^ Anisur Rahman και Δαβίδ A. Isenberg (2008). "Άρθρο διαδικασίας επανεξέτασης: Συστημικός Λύκος ερυθηματώδης". MED Ν Αγγλία J 358 (9): 929-939. PMID 18305268.
^ Mary K. Κόρακας (2008). "Συνεργασία, γενετικές ενώσεις, και Λύκος ερυθηματώδης". MED Ν Αγγλία J 358 (9): 956-961. PMID 18204099.
^ Geoffrey Hom, Robert R. Graham, Barmak Modrek, και λοιποί. (2008). "Ένωση του συστημικού Λύκου ερυθηματώδης με c8orf13-BLK και itgam-ITGAX". MED Ν Αγγλία J 358 (9): 900-909. PMID 18204098.
^ Πανεπιστήμιο του σχολείου της νότιας Καρολίνας των σημειώσεων ledcture ιατρικής, ανοσολογία, αντιδράσεις υπερευαισθησίας. Γενική συζήτηση της υπερευαισθησίας, μη συγκεκριμένη για SLE.
^ Gaipl, U S Kuhn, Α Σερίφης, Α Munoz, Λ Ε Franz, S Voll, Ρ Ε Kalden, J Ρ Herrmann, Μ (2006). "Εκκαθάριση των apoptotic κυττάρων σε ανθρώπινο SLE.". Τρέχουσες κατευθύνσεις autoimmunity 9: 173-87. PMID: 1639466 Περίληψη (ολοκληρωμένου κειμένου απαιτεί την εγγραφή).
^ Εγκυκλοπαιδικό άρθρο NIM σχετικά με τη δοκιμή LE cell
^ άρθρο του Rheumatology.org σχετικά με την ταξινόμηση των ρευματικών ασθενειών
^ Αναθεώρηση των διαγνωστικών κριτηρίων του Rheumatology.org " s
^ α β γ δ ε φ γ χ ι j Κ Edworthy SM, Zatarain Ε, McShane DJ, Bloch DA (1988). «Ανάλυση του συνόλου στοιχείων κριτηρίων Λύκου ARA του 1982 από την επαναλαμβανόμενη μεθοδολογία χωρισμού: νέες ιδέες στη σχετική αξία των μεμονωμένων κριτηρίων ". J. Rheumatol. 15 (10): 1493-8. PMID 3060613.
^ Ενημερωμένο υπομονετικό άρθρο πληροφοριών σχετικά με τα αντισώματα DNA
^ RA Asherson, Cervera Ρ, de Groot PG, και λοιποί (2003). «Καταστροφικό σύνδρομο αντιφωσφολιπιδίων: διεθνής δήλωση συναίνεσης στα κριτήρια ταξινόμησης και τις οδηγίες επεξεργασίας ". Λύκος 12 (7): 530-4. doi:10.1191/0961203303lu394oa. PMID 12892393.
^ Sangle S, D'Cruz DP, Hughes GR (2005). «Reticularis Livedo και νοσηρότητα εγκυμοσύνης στους ασθενείς αρνητικούς για τα αντισώματα αντιφωσφολιπιδίων». ANN. Rheum. DIS. 64 (1): 147-8. doi:10.1136/ard.2004.020743. PMID 15608315.
^ Hughes GR, Khamashta μΑ (2003). «Seronegative σύνδρομο αντιφωσφολιπιδίων». ANN. Rheum. DIS. 62 (12): 1127. doi:10.1136/ard.2003.006163. PMID 14644846.
^ Hughes GR (1998). «Είναι Λύκος; Το ST Εναλλακτικά» κριτήρια» νοσοκομείων «του Thomas. Clin. Exp. Rheumatol. 16 (3): 250-2. PMID 9631744.
^ Ελαφριά θεραπεία (με uva-1) για τους ασθενείς SLE: είναι μια καλή ή κακή ιδέα; -- Pavel 45 (6): 653 -- Rheumatology. Ανακτημένος επάνω 2007-07-04.
^ Ακτίνα-Α1 (UVA1) Phototherapy του συστημικού Λύκου ερυθηματώδους Διοίκηση τροφίμων και φαρμάκων (FDA)
^ «Λύκος υπόγεια» από το Anthony DeBartolo Μέσα του Χάιντ Παρκ, 2004[1]
^ Άρθρο ανακαλύψεων μολύβδου σχετικά με τη θεραπεία του Λύκου
^ Ιατρικό άρθρο ειδήσεων σήμερα
^ Βορειοδυτικό αναμνηστικό δελτίο τύπου νοσοκομείων
^ [Τα ΠΡΟΩΡΑ ΣΤΕΡΟΕΙΔΗ ΜΑΙΟΣ ΑΠΟΤΡΕΠΟΥΝ τις ΥΠΟΤΡΟΠΕΣ στο ΛΥΚΟ, Π Jarman (που δημοσιεύεται στο ρολόι περιοδικών (γενικό) 18 Ιουλίου, 1995)
^ Λύκος και γυναίκες αφρικανικός-Αμερικανός
Εξωτερικές συνδέσεις
Συστημικός Λύκος ερυθηματώδης Ανοικτό πρόγραμμα καταλόγου
Κατάλογος οργανώσεων Λύκου
Συμμαχία για την έρευνα Λύκου
Η βρετανική περιοχή Λύκου
Πόροι για το Λύκοβ • δ • ε
Ασθένειες του δέρματος και υποδόριος ιστός (δερματικό σύστημα) (Λ, 680-709)
Μολύνσεις Σταφυλόκοκκος (Staphylococcal ζεματισμένο σύνδρομο δερμάτων, Impetigo, Βράστε, Γρανάτης) - Cellulitis (Paronychia) - Οξύ lymphadenitis - Pilonidal κύστη - Corynebacterium (Erythrasma)
Φυσαλιδώδης αναταραχές Pemphigus - Pemphigoid (Φυσαλιδώδης pemphigoid) - Herpetiformis δερματίτιδας
Δερματίτιδα και έκζεμα Έκτοπη δερματίτιδα - Δερματίτιδα Seborrhoeic (Πιτυρίαση, Λίκνο ΚΑΠ) - Αναφυλαξία πανών - Urushiol-προκληθείσα δερματίτιδα επαφών - Δερματίτιδα επαφών - Erythroderma - Μονοκατευθυντικό chronicus λειχήνων - Nodularis Prurigo - Φαγουρίστε - Ani κνησμού - Δερματίτιδα Nummular - Dyshidrosis - Pityriasis alba
Papulosquamous αναταραχές Ψωρίαση (Ψωριασική αρθρίτιδα) - Parapsoriasis (Pityriasis lichenoides et acuta varioliformis, Chronica Pityriasis lichenoides, Papulosis Lymphomatoid) - Rosea Pityriasis - Planus λειχήνων - Pilaris rubra Pityriasis - Nitidus λειχήνων
Κνίδωση και ερύθημα Κνίδωση (Κνίδωση Dermatographic, Χολινεργική κνίδωση) - Ερύθημα (Ερύθημα multiforme, Σύνδρομο stevens-Johnson, Τοξικό επιδερμικό necrolysis, Nodosum ερυθήματος, Centrifugum ερυθήματος annulare, Marginatum ερυθήματος)
Ακτινοβολία- σχετικές αναταραχές Ηλιακό έγκαυμα - Ακτινικό keratosis - Πολύμορφη ελαφριά έκρηξη - Radiodermatitis - Ερύθημα αβ igne
Αναταραχές προσαρτήματα δερμάτων Καρφί Εισδύον καρφί - Onychogryposis - Γραμμές Beau - Κίτρινο σύνδρομο καρφιών - Leukonychia
Τρίχα απώλεια τρίχας: Alopecia areata (Alopecia totalis, Alopecia universalis, Ophiasis) - Αρρενογόνο alopecia - Hypotrichosis - Effluvium Telogen - Alopecia έλξης - Planopilaris λειχήνων - Nodosa Trichorrhexis
άλλες θυλακοειδείς αναταραχές: Hypertrichosis (Hirsutism) - Ακμή vulgaris - Rosacea (Περιστοματική δερματίτιδα, Rhinophyma) - θυλακοειδείς κύστεις (Επιδερμοειδής κύστη, Sebaceous κύστη, Steatocystoma πολλαπλό) - Barbae Pseudofolliculitis - Suppurativa Hidradenitis - Folliculitis
Αδένες ιδρώτα eccrine (Miliaria, Anhidrosis) - apocrine (Μυρωδιά σώματος, Chromhidrosis, Ασθένεια αλεπού-Fordyce)
Άλλος αναταραχή χρώσης (Vitiligo, Melasma, Φακίδα, Σημείο Au Café lait, Lentigo/Σημείο συκωτιού, Acanthosis nigricans)
keratosis (Seborrheic keratosis, Κάλος) - άλλη επιδερμική πυκνότητα (Acquisita Ichthyosis, Palmoplantar keratoderma)
έλκος δερμάτων (Gangrenosum πυοδερμίας, Εξέλκωση)
ατροφικός (Sclerosus λειχήνων, Chronica Acrodermatitis atrophicans)
necrobiosis (Granuloma annulare, Lipoidica Necrobiosis) - άλλος granuloma (Granuloma faciale, Pyogenic granuloma)
vasculitis (Livedoid vasculitis, Diutinum elevatum ερυθήματος)
Keloid - Συστημικός Λύκος ερυθηματώδης - Morphea - Cutis Calcinosis - Sclerodactyly - Ainhum
δείτε επίσης σύμφυτος (Q80-Q84, 757)
β • δ • ε
Ασθένειες από οστεο-μυικός σύστημα και συνδετικός ιστός (Μ, 710-739)
Arthropathies Αρθρίτιδα (Σηπτική αρθρίτιδα, Αντιδραστική αρθρίτιδα, Rheumatoid αρθρίτιδα, Ψωριασική αρθρίτιδα, Σύνδρομο Felty, Νεανική ιδιοπαθής αρθρίτιδα, Ακίνητη ασθένεια) - κρύσταλλο (Gout, Chondrocalcinosis) - Οστεοαρθρίτιδα (Κόμβος Heberden, Κόμβοι Bouchard)
επίκτητες παραμορφώσεις των δάχτυλων και των toe (Παραμόρφωση μπουτονιερών, Κάλος, Rigidus Hallux, Varus Hallux, Toe σφυριών, Παραμόρφωση λαιμών κύκνων) - άλλες επίκτητες παραμορφώσεις των άκρων (Παραμόρφωση Valgus, Παραμόρφωση Varus, Πτώση καρπών, Πτώση ποδιών, Επίπεδα πόδια, Πόδι λεσχών, Άνισο μήκος ποδιών, Φτερωτή ωμοπλάτη)
επιγονατίδα (Επιγονατίδα Luxating, Patellae Chondromalacia)
Acetabuli Protrusio - Hemarthrosis - Αρθραλγία - Osteophyte
Συστημικός Αναταραχές CT vasculitis: Σύνδρομο churg-Strauss - Ασθένεια Kawasaki - Vasculitis υπερευαισθησίας - Granulomatosis Wegener - Arteritis (Nodosa Polyarteritis, Arteritis Takayasu, Χρονικό arteritis)
άνοσος/αυτοάνοσος: Σύνδρομο Goodpasture - Μικροσκοπικό polyangiitis - Συστημικός Λύκος ερυθηματώδης (Φάρμακο-προκληθείς) - Dermatomyositis (Νεανικό dermatomyositis) - Polymyositis - Σκληροδερμία - Σύνδρομο Sjögren - Ασθένεια Behçet - Rheumatica Polymyalgia - Ηωζινοφιλικό fasciitis
Υπερκινητικότητα
Dorsopathies νωτιαία κυρτότητα (Κύφωση, Lordosis, Σκολίωση) - Ασθένεια Scheuermann - Spondylolysis - Torticollis - Spondylolisthesis
Spondylopathies (Spondylitis Ankylosing, Spondylosis, Νωτιαία στένωση) - Κόμβοι Schmorl - Εκφυλιστική ασθένεια δίσκων - Coccydynia - Πόνος στην πλάτη (Radiculopathy, Πόνος λαιμών, Ισχυαλγία, Χαμηλός πόνος στην πλάτη)
Μαλακός ιστός αναταραχές μυς: Myositis (Pyomyositis) - Myositis ossificans (Progressiva Fibrodysplasia ossificans)
synovium και τένοντας: Synovitis/Tenosynovitis (Εξασβεστωτική τενοντίτιδα, Tenosynovitis Stenosing, Δάχτυλο ώθησης, Σύνδρομο DeQuervain) - Οξύθυμο ισχίο - Κύστη γαγγλίων
Bursa: bursitis (Olecranon, Prepatellar, Trochanteric) - Κύστη Baker
σιδηροβλαστικές αναταραχές: Σύσπαση Dupuytren - Fasciitis (Πελματικό fasciitis, Κονδυλώδες fasciitis, Fasciitis νέκρωσης) - Fibromatosis
τραύματα ώμων: Συγκολλητικό capsulitis - Rotator δάκρυ μανσετών - Subacromial bursitis
enthesis: enthesopathies (Iliotibial σύνδρομο ζωνών, Τενοντίτιδα Αχιλλέα, Επιγονατιδική τενοντίτιδα, Αγκώνας παίκτη γκολφ, Αγκώνας αντισφαίρισης, Metatarsalgia, Κέντρισμα κόκκαλων, Τενοντίτιδα)
άλλος, NEC: Αδυναμία μυών - Ρευματισμός - Μυαλγία - Νευραλγία - Neuritis - Panniculitis - Fibromyalgia
Οστεοπάθειες αναταραχές της πυκνότητας και της δομής οστών: Οστεοπόρωση - Osteomalacia - συνοχή του κόκκαλου (Ψευδάρθρωση, Σπάσιμο πίεσης) - Ινώδης δυσπλασία Monostotic - Σκελετικό fluorosis - Ανευρισματική κύστη κόκκαλων - Hyperostosis - Osteosclerosis
Osteomyelitis - Άνευ αγγείων νέκρωση - Ασθένεια Paget του κόκκαλου - Algoneurodystrophy - Osteolysis - Παιδικό φλοιώδες hyperostosis
Chondropathies Νεανικό osteochondrosis (Σύνδρομο legg-Calvé-Perthes, Ασθένεια osgood-Schlatter, Ασθένεια Köhler, Sever's ασθένεια) - Osteochondritis - Σύνδρομο Tietze - Polychondritis υποτροπής
Δείτε επίσης σύμφυτος όροι (Q65-Q79, 754-756)